Φουμίζω - Μανέα - Κουκάρα. Ερμηνεία και ετυμολογία των λημμάτων

Φουμίζω,δυσαρεστούμαι,θυμώνω,δυστρωπώ,ρουθούνια,φουμίζω,φημίζω,φούμαρα,Fumus,καπνός,θυμός,μανέα,ασβόλη,καπνοδόχων,αμαντίνου,μανίν,ύσκα,ίσκα,αγαρικό,μανιτάρι,φιτίλι,αναπτήρας,τσακμάκι,κουκάρα,συλλέκτης,καρπών,Cogo,ακωκή,αιχμή,ακίδα,ἀκωκή,ἀκή,ἀκίς,ποντιακή,γλώσσα,διαλεκτολογίαΦουμίζω
Ερμηνεία : δυσαρεστούμαι, θυμώνω, δυστρωπώ. Εκ του φού-φού που εκφέρει ο θυμωμένος απ’ τα ρουθούνια του.
Ετυμολογία : α) εκ του Φημίζω (διάλεκτος Καστελλόριζου : φουμίζω=φημίζω). Φουμίζω = θίγομαι και θυμώνω, όπως χολούται μια προσωπικότητα, ένας φημισμένος = κάνω τον φημισμένο, εξ ού το : «λέγει φούμαρα». β) Επίσης με την έννοια του θυμώνω (εκ του λατινικού Fumus = καπνός), θυμός.

Print

Πάς Σουρμενίτες ψάλτης. Ανέκδοτο Σουρμένων Πόντου

Σουρμενίτες,ψάλτης,Τραπεζούντα,ανέκδοτα,σουρμένων,πόντου,ΆηΒασίλ,εγκλησία,Δεσποτιακό,Καταβασίες,εστοχάστεν,νούνιξε,Δεβάτε,Δαφούντα,δαφνούντα,τρεχτά,καβέ,κιοσ̆έ,στασίδι,ουσούλι͜α,πουσ̆τουρίζει,καρσ̆ί,εγρίεψεν,άκλερο,εκουσ̆έφτε,Δεσπότης,Κιμισχαναλής,σουρμενίτηςΣην Τραπεζούντα σον Άη-Βασίλ’ την Εγκλησία, απ’ αδά’ κι εξήντα χρόνα̤ πρωτοψάλτες έτονε ο Γιορδάνη’ς ο Κωνσταντινάντες ο Σουρμενίτες. Ένα Κερεκή σην Εγκλησία εγίνοντονε Δεσποτιακό λειτουργία. Ο Γιορδάνης αρχίνεσε να δεβάζ’. Πρίν να φτάν’ σα Καταβασία εστοχάστεν πως ο αριστερόν ο ψάλτες ακόμαν ‘κ̆’ έρθε. Στέλλει ένα κανονάρχη να πάει ρωτά ντ΄εγέντονε. Έρται ο επίτροπος και λέει ατόν : Αριστερόν, ερρώστησε. Εσύ κανείνα κι ξέρεις να λέπομε και φέρομ’ ατόνα ;

Print

Επαίρεν ατον σο νισ̌αν. Ποντιακή διαλεκτολογία - Ερμηνεία στίχου

σούρμενα,πόντου,ποντιακή,διαλεκτολογία,νισάν,κρούγω,περισσάν,ποντιακά,τραγούδια,ένοπλοι,πόντιοι,nisan,almak,nesan,Απαντώντας σε ερώτημα φίλου, κοινοποιώ την απάντηση μου καθώς (ίσως) να ενδιαφέρει και άλλους αναγνώστες. "...Επαίρεν ατον σο νισ̌αν..." = τον σκόπευσε (από το τουρκικό : nisan almak < & το περσικό : nesan = σημείο-στόχος). Αναλυτικά λοιπόν ο στίχος με το ποιητικό κείμενο που αναφέρει : "Σύρω παίρω σο νισ̌αν, κρού(γ)ω εφτά(γ)ω περισσάν" σημαίνει : Στοχεύω με σχέδιο, δυναμικά και με βίαιο τρόπο καθιστώ κάποιον δυστυχή, τον ταλαιπωρώ.

Ποντιακή Λαογραφία - Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com

 

Print

Ο δι̤άβολον κουμπάρον. Θρύλοι και παραμύθια εξ’ Αργυρουπόλεως Πόντου. Συλλογή Π. Σαλλαπασίδη

φίσια,τάβιγμαν,επουγαλέφτεν,πουρνά,πιρνά,λελεύω,σουμαδεύω,νιζάδες,καζκάρα,τσίπ,ινσαλλάχ,άτσαπα,εντώκεν,ταράφια,κάμας,κάμα,πλάν’,μούτλαχα,παραμύθα,θρύλοι,αργυρούπολη,πόντουΈνας διεστραμμένος χωρέτες εποίκεν τον διάβολον κουμπάρον. Ασό έτον κουμπάρος άτ’ πάντα ελάλνε ατον σα κέφια και σα χαράντας ατ’. Ο δι̤̤άβολον άμαν ‘κ̆’ εκράτνεν την γλώσσαν ατ’. Όσα έρχουντον ση κουμπάρι-ατ’, πάντα εβάλνεν φίσ̆ι̤α σην παρέαν κι ερχίνεναν σο τάβιγμαν. Έναν ημέραν επουγαλέφτεν ο κουμπάρος ατ’ κι είπεν ατον : Λελεύω ‘σε κουμπάρε, πουρνά την Κερεκήν θα σουμαδεύω τον δεξιμάτς, εσύ μ’ έρχεσαι, γιατί πάντα εβγάλτς νιζά̤δες.

Print

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ