Πόλεις Περιοχές - 6ο Μέρος: Κάρς - Ατά Παζάρ & Ινέπολη
Κάρς. Η επαρχία του Κάρς (η σημερινή Γεωργία) βρίσκεται και βρισκόταν πάντα έξω από το γεωγραφικά όρια του ιστορικού Πόντου και αποτέλεσε μεταγενέστερη αποικία των Ελλήνων του Πόντου. Η ομώνυμη πόλη είναι κτισμένη πάνω σε οροπέδιο, που δεσπόζει στις διαβάσεις του Ερζερούμ προς βορρά και υπήρξε πρωτεύουσα του κυβερνείου Κάρς.
Κατά την περίοδο 1878 – 1918 μετανάστευσαν ομαδικά χιλιάδες Ελλήνων, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στη γενική περιοχή του κυβερνείου του Κάρς. Υπολογίζεται ότι γύρω στις 60.000 ζούσαν μέσα στην πόλη και περίπου 5.000 σε 78 χωριά του κυβερνείου. Αναφέρεται ότι σε όλο το κυβερνείο υπήρχαν 75 ελληνικά δημοτικά σχολεία, μία τριτάξια αστική σχολή η οποία αργότερα έγινε οκτατάξια, επίσης λειτουργούσαν ένα παρθεναγωγείο, ένα πρακτικό λύκειο αρρένων, καθώς και ένα γυμνάσιο θηλέων. Τέλος στην πόλη του Καρς υπήρχαν δύο εκκλησίες, ο καθεδρικός ναός της μεταμόρφωσης του Σωτήρος Χριστού και ο Άγιος Γεώργιος. Η Μετανάστευση των Ελλήνων του Πόντου στη Ρωσία. Το 1913 είχε 322.000 κατοίκους, από τους οποίους οι 56.000 ήταν Έλληνες. Ο πληθυσμός του Κυβερνείου αποτελούνταν από: Έλληνες, Ρώσους, Αρμένιους, Τούρκους, Κούρδους - Εζίδγους, Τουρκμένους, Καραπαπάχους, Λεζγίνους, Οσετίνους, Εσθονούς και Μαλακάνους. Ο πληθυσμός αυτός χωριζόταν σε δυο κατηγορίες όσον αφορά τον τρόπο ζωής: στους μόνιμα εγκατεστημένους και τους περιφερόμενους σκηνίτες ή νομάδες, ήταν λοιπόν μοιραίο σε ένα τόσο πολυπολιτισμικό περιβάλλον ο κάθε πολιτισμός να δεχθεί επιρροές από τους γύρω λαούς. Παρακολουθώντας ιδιαιτέρως τη μουσικοχορευτική παράδοση των Ελλήνων Ποντίων του Καρς παρατηρούμε έντονα αυτές τις επιρροές τόσο στις μελωδίες και τα όργανα όσο και στους χορούς.
Το Κυβερνείο του Καρς (Γεωγραφία). Είχε έκταση 18.250 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Το μέγιστο μήκος της εκτάσεως αυτής από βορρά προς νότο ήταν 200 χλμ. και το μέγιστο πλάτος από ανατολή προς δύση 180 χλμ. Κυριότερες πόλεις ήταν: Το Καρς με την έδρα του Κυβερνείου (του νομού δηλαδή) σε υψόμετρο 1750 μέτρα, Το Αρταχάν, Το Σαρίκαμις, Το Καγκισμάν, και η Όλτη. Η πόλη του Καρς απέχει 1.507 χιλιόμετρα από την Κωνσταντινούπολη και 496 από την Τραπεζούντα. Για την ονομασία της πόλεως του Κάρς, οι μεν Γεωργιανοί θεωρούσαν πως είναι γεωργιανική λέξη που σημαίνει πύλη, οι δε Αρμένιοι την ετυμολογούσαν από την αρμένικη λέξη Χαρς που σημαίνει νύφη. Έλληνες του Κάρς (Γάρς) & του Καυκάσου - Ηχητικό υλικό Στάθη Ευσταθιάδη Φάρος Ποντίων. Είχε 30.000 κατοίκους, εκ των οποίων στο μεγαλύτερο αριθμό υπερτερούσαν οι Αρμένιοι. Στην πόλη του Καρς έφταναν δυο ελληνικές εφημερίδες: το Φως της Μακεδονίας και η Ακρόπολις Αθηνών. Η περιοχή του Κυβερνείου διασχίζεται, κυρίως, από τις οροσειρές: Σογανλούκ, Ακ Μπαμπά, Αλά - Νταγ και τα βραχώδη όρη Καπάχ Τεπέ στο νότο. Οι οροσειρές αποτελούνται από ψηλά όρη. Κατά περιοχές υπάρχουν μεγάλες κοιλάδες, βαθιές χαράδρες και απέραντες πεδιάδες με πλούσια βλάστηση και άφθονα βοσκοτόπια. Οι πλαγιές των βουνών είναι ομαλές, καλύπτονται από χόρτο στα χαμηλά ενώ με δάση στα ψηλότερα σημεία τους. Οι μεγαλύτεροι ποταμοί που διαρρέουν το Κυβερνείο είναι: ο Κουρά (Κύρος ποταμός), ο Αράξ, ο Καρς Τσάι, Αρπά Τσάι και ο Όλτι Τσάι. Οι τέσσερις πρώτοι εκβάλλουν στην Κασπία Θάλασσα, ενώ ο τελευταίος αφού ενώνεται με τον Άκαμψι ποταμό (Ηoruh), εκβάλλει στη Μαύρη Θάλασσα. Στα απέραντα βοσκοτόπια του Κυβερνείου μετά την άνοιξη έρχονταν Γεωργιανοί με τα κοπάδια τους για βοσκή. Υπολογίζεται πως κάθε χρόνο έφερναν εκατό με εκατόν πενήντα χιλιάδες πρόβατα. Ο Ελληνισμός του Γάρς και του Καυκάσου - Ευρωπαϊκοί Χοροί.
Διοίκηση. Η περιοχή του Καυκάσου, που ανήκε στη ρωσική επικράτεια, αποτελούνταν από Κυβερνεία δηλαδή Νομούς και είχε αντιβασιλέα το μέγα δούκα Νικολάι Νικολάγιεβιτς, αδελφό του τσάρου της Ρωσίας, ο οποίος κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ήταν και αρχιστράτηγος του πολεμικού μετώπου στον Καύκασο. Το Κυβερνείο διοικούνταν από μια στρατιωτική τοπική διοίκηση, στην οποία συμμετείχαν και εκπρόσωποι των εθνοτήτων που κατοικούσαν στα εδάφη του Κυβερνείου. Το Κυβερνείο του Κάρς αποτελούνταν από τη Διοίκηση Καρς όπου υπάγονταν οι Υποδιοικήσεις Καρς, Σουραγκέλ και Σογανλούκ, από τη Διοίκηση Αρταχάν με τις Υποδιοικήσεις Αρταχάν και Κιόλιας , από τη Διοίκηση Καγκισμάν με τις Υποδιοικήσεις Καγκισμάν και Χοροσάν και τέλος τη Διοίκηση Όλτης. Κάρς (Γάρς) & Καύκασος. Ιστορία - Λαογραφία - Πολιτισμός
Το Ατά Παζάρ
Το Ατά Παζάρ ήταν επαρχία της Νικομήδειας της Μικράς Ασίας. Τα Ελληνικά χωριά που κατοικήθηκαν από Ελληνοπόντιους ήταν τα : Κεστανέ μπουνάρ , Κιραζλή, Καρά μπελίτ, δύο χωριά με την ονομασία Τσοπάν γιατάκ, Κουρούτερε, Πάραλη, δύο χωριά με την ονομασία Γενή Ντάγ, Αρτίζπελη, Γιασ̆λίκεσκίτ, Σούπατακ, Κουρούμεσε, Τσ̆αλτάβαζ και Άχτας. Αυτά τα χωριά αποτελούσαν την επαρχία του Ατά Παζάρ που ονομαζόταν Καράσου. Αρκετοί Έλληνες Πόντιοι κάτοικοι αυτών των χωριών μετακινήθηκαν και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή μεταξύ Προύσας και Νικομήδειας. Ο συνολικός Ελληνικός Ποντιακός πληθυσμός της Νικομήδειας πριν την ανταλλαγή ανερχόταν σε 15.000 ψυχές. Ο υπόλοιπος Ελληνικός πληθυσμός στην περιοχή ανερχόταν στις 70.000 ψυχές επι συνόλου κατοίκων 400.000. Η καταγωγή των εκτός συνόρων Ελλήνων Ποντίων κατοίκων του Ατά Παζάρ, ήταν η Κορόνιξα της Τραπεζούντος. Η μετακίνηση τους από την Κορόνιξα έγινε το 1840 εξ αιτίας πολύ δύσκολων και χαλεπών εποχών που περνούσαν εκεί. Αρχικά κατευθύνθηκαν προς την περιοχή των Κοτυώρων και εγκαταστάθηκαν στην επαρχία της Φάτσας και συγκεκριμένα στο χωριό Μπουλαμάν όπου έμειναν επι σαράντα χρόνια. Η ζωή τους στο Μπουλαμάν ήταν δύσκολη. Τους είχε δοθεί ελάχιστη γη προς καλλιέργεια. Αναγκάστηκαν λοιπόν να νοικιάζουν τσιφλίκια από τους τούρκους. Όμως οι τούρκοι ήταν άδικοι. Άφηναν τα κοπάδια τους ελεύθερα και τα ζωντανά τους καταπατούσαν τα χωράφια και κατέτρωγαν τις καλλιέργειες και τους κόπους των φτωχών Ελλήνων. Το Ατά Παζάρ της Νικομήδειας του Πόντου. Αυτό προκαλούσε συχνά προστριβές ανάμεσα στους Έλληνες και τους τούρκους. Αυτή η αντιπαλότητα επιτάθηκε επι 40 χρόνια δηλαδή ως το 1880. Τότε ξέσπασε άγρια συμπλοκή μεταξύ τους και αυτό έδωσε το έναυσμα για το διωγμό των Ελλήνων οι οποίοι μη αντέχοντας αυτές τις συμπεριφορές και αδικίες, οπλίστηκαν και βγήκαν στα βουνά. Οι οθωμανικές αρχές τους επικηρύσσουν. Η κατάληξη ήταν να συνθηκολογήσουν με έντιμους όρους υπέρ των Ελλήνων Ποντίων. Στους εξεγερμένους είχε δοθεί αμνηστία μετά από χρηματισμό της τουρκικής κυβέρνησης. Σε αυτό συνέβαλε ο τότε νομάρχης Σαμψούντας ο οποίος με ενέργειες του προς τον διοικητή Τραπεζούντος επέτυχε την αμνηστία. Μετά τη χορήγηση της αμνηστίας ήταν αδύνατο οι αμνηστευθέντες να επιστρέψουν στους τόπους της κατοικίας τους γιατί η ατμόσφαιρα ήταν πολύ αρνητική και ηλεκτρισμένη και οι συμπλοκές με τους τούρκους ήταν πολύ εύκολο να αναζωπυρωθούν. Μερικοί εξ' αυτών μπόρεσαν να συμβιβαστούν. Εκατό οικογένειες όμως με επικεφαλής το θρυλικό παπα Γιάννη Παπαδόπουλο, αγωνιστή ιερέα, αναγκάζονται να ξεριζωθούν από την πατρίδα τους, τον Πόντο και αφήνουν για πάντα την Φάτσα. Το 1880, εκατό οικογένειες πορεύονται μέρες ολόκληρες. Περνούν τα σύνορα του Πόντου και πορεύονται προς τη Νικομήδεια. Αποφάσισαν τελικώς και εγκαταστάθηκαν στην περιφέρεια του Ατά Παζάρ όπου παρέμειναν μέχρι το 1922. Η περιοχή του Καράσου όπου εγκαταστάθηκαν ήταν ορεινή και αναγκάστηκαν να την εκχερσώσουν. Η γη μετατράπηκε σε καλλιεργήσιμη. Πρωτοστάτης ήταν ο παπα Γιάννης. Χτίζουν ξύλινα σπίτια, σχολεία και εκκλησίες. Την πρώτη άφιξη κατοίκων από τη Φάτσα προς το Ατά Παζάρ, ακολούθησαν και άλλες στη συνέχεια. Ο τόπος δεν άργησε να μετατραπεί σε παράδεισο μέσα από το μόχθο και την εργασία των Ελλήνων Ποντίων. Καλλιεργούν οπωροκηπευτικά ενώ οι επιδόσεις των Ελλήνων στα γράμματα τις τέχνες και το εμπόριο ήταν σημαντικές. Τα Ελληνικά χωριά του Ατά Παζάρ ήταν κοντά στο Σαγγάριο Ποταμό. Όταν το 1921 ο Ελληνικός στρατός έφτασε στον Σαγγάριο οι Έλληνες Πόντιοι αψηφώντας κάθε κίνδυνο, οργάνωσαν ένοπλη αντίσταση κατά των τούρκων. Ο αγώνας και η αντίσταση των Ελλήνων Ατά Παζαραίων πνίγηκε στο αίμα. Παραπάνω από εκατό παλικάρια σύρθηκαν στη σφαγή. Τα Ελληνικά χωριά λεηλατήθηκαν. Το αποτέλεσμα ήταν η περίφημη ανταλλαγή των πληθυσμών. Οι Έλληνες του Ατά Παζάρ διαφύλαξαν τις πατροπαράδοτες λαϊκές τους παραδόσεις, τη λύρα, τα έθιμα και τους χορούς. Κυρίαρχο όργανο στις λαϊκές διασκεδάσεις ήταν ο άσκαυλος (τουλούμι). Χαρακτηριστικό τραγούδι της περιοχής που διασώζεται ως τις μέρες μας είναι το: " Έρται και στέκ' φυγάτε – χορεύ' και στέκ' σερέψτεν". Η ιστορία της επωδού αυτού του τραγουδιού είναι η εξής : Δύο Έλληνες πόντιοι μπήκαν σε ένα οπωρώνα ενός τούρκου για να κλέψουν φουντούκια. Ο οπωρώνας αυτός παλιότερα ήταν Ελληνικός. Σκέφτηκαν λοιπόν ένα τέχνασμα για να μη τους πιάσει ο ιδιοκτήτης όταν θα εμφανιζόταν. Ο λυράρης θα παίζει στη λύρα του το παραπάνω δίστιχο πέρα από τη φουντουκιά. Η έμφαση και ο τονισμός θα δινόταν στο στίχο: έρτε – έρτε – φυγάτε δηλαδή : «έρχεται έρχεται – φύγετε». Οι άλλοι δύο εν τω μεταξύ θα μάζευαν φουντούκια. Όμως όταν εμφανίστηκε ο τούρκος, όχι μόνο δεν τους κυνήγησε αλλά μερακλώθηκε και άρχισε να χορεύει, πηγαίνοντας προς το μέρος του λυράρη. Οπότε συνέχισε να τραγουδά το δεύτερο στίχο: χορεύ' χορεύ' σερέψτεν «χορεύει – χορεύει – μαζέψτε». Στην καθημερινή ζωή των Ελλήνων Ποντίων αλλά και των Ατά Παζαραίων, το τραγούδι πολλές φορές είχε συνθηματικό ρόλο και χρησιμότητα. Οι ξεριζωμένοι Έλληνες Πόντιοι του Ατά Παζάρ εγκαταστάθηκαν στα χωριά Άγιος Δημήτριος , Ακρινή, Κοιλάδα και Δρέπανο του νομού Κοζάνης, αλλά και στο χωριό Μεσημέρι της Θεσσαλονίκης. Η διάλεκτος τους έχει τα χαρακτηριστικά του γλωσσικού ιδιώματος των Κοτυώρων.
ΙνέποληΗ Ινέπολη βρίσκεται στα παράλια του Εύξεινου Πόντου, στα βόρεια της Κασταμονής, σε απόσταση 67 χλμ., και στα δυτικά-νοτιοδυτικά της Σινώπης, σε απόσταση 115 χλμ. Στα αρχαία χρόνια η πόλη ονομαζόταν Αβωνότειχος ή Αβώνου τείχος ή Ιωνόπολις. Την εποχή της βυζαντινής κυριαρχίας ήταν γνωστή ως Ινόπολις.. Μετά την κατάκτηση της περιοχής από τους Τούρκους, ονομάστηκε İnebolu. Το 1831 η Ινέπολη ήταν έδρα ομώνυμου καζά. Από το 1867 ήταν έδρα καϊμακαμλικιού που ανήκε στο σαντζάκι Κασταμονής. Οι Ελληνορθόδοξοι κάτοικοι της πόλης δεν ξεπερνούσαν τις 40 με 45 οικογένειες. Πριν από το διωγμό των Ελληνορθοδόξων από την Ινέπολη, ο συνολικός αριθμός των κατοίκων της πόλης ήταν 8.000, από τους οποίους 3.500 ήταν Ελληνορθόδοξοι και 1.200 Αρμένιοι. Στην Ινέπολη, εκτός από τους ντόπιους Ελληνορθόδοξους, υπήρχαν και άλλοι που κατάγονταν από τα γύρω χωριά και από άλλες πόλεις όπως τη Σινώπη, την Καισάρεια και την Τραπεζούντα. Η γλώσσα των Ελληνορθοδόξων του οικισμού ήταν η Ελληνική, αλλά χρησιμοποιούσαν πολλά στοιχεία της Τουρκικής. Η Ινέπολις του Πόντου. Οι κυριότερες ασχολίες των κατοίκων ήταν η βιοτεχνία, η γεωργία, το εμπόριο και η αλιεία. Οι χριστιανοί της πόλης στην πλειονότητά τους ήταν έμποροι ή τεχνίτες. Το εμπόριο της Ινέπολης ήταν στα χέρια των κατοίκων της Σινώπης, που λόγω της οικονομικής τους δυνατότητας έκαναν χονδρεμπόριο από το 1868. Μέχρι το 1877 η κοινότητα με δυσκολία διατηρούσε ένα αλληλοδιδακτικό σχολείο που στεγαζόταν σε ένα ετοιμόρροπο σπίτι. Αργότερα οι κάτοικοι κατασκεύασαν καινούριο κτήριο το οποίο χωρίστηκε σε δύο τμήματα, αλληλοδιδακτικό και παρθεναγωγείο. Έτσι το 1896, στην Ινέπολη υπήρχαν 2 σχολεία στα οποία δίδασκαν 3 δάσκαλοι και ο αριθμός των μαθητών τους ανερχόταν σε 150.Το ανώτερο εκπαιδευτικό ίδρυμα της περιοχής της Ινέπολης βρισκόταν στο Παρθένιο και ονομαζόταν Αστική Κεντρική Σχολή Ινεπόλεως ή Κεντρική Αστική Εμπορική Σχολή. Ιδρύθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα από το μητροπολίτη Νεοκαισαρείας και έπειτα Καισαρείας Αμβρόσιο. Μετά την τέταρτη τάξη του δημοτικού, οι μαθητές πήγαιναν στη σχολή αυτή και φοιτούσαν για επιπλέον τέσσερις τάξεις. Με την ανταλλαγή των πληθυσμών οι περισσότεροι Έλληνες εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα. Άκουσ' άκουσε Νιόνυφος, Γαμήλιο δημώδες άσμα Ινέπολης Πόντου.
Ποντιακή Ιστορία & Λαογραφία - Βασίλειος Β. Πολατίδης - www.kotsari.com