Το χωριό Γιέϊτσα του Καρς και το οδοιπορικό των κατοίκων της (Ιωάννου Νικ. Κασκαμανίδη εκπαιδευτικού)

Γιέιτσα,καρς,Γέιτζε,Γέιτζα,Γέιγκτζα,Γέιτσα,Γιέιτζια,Γέπτσα,Yenice,Κιζίρ,Χαραπασί,Γιέιτσαλης,Γιέιτσαλησσα,Καρσλήδες,Καυκασίων,Θεοχαράντων,Λερία,Σαρίκαμις,Sarikamiş,Μερτινίκ,Göle,Όλτυς,Oltu,ΑλλαχήΚηπέρ,Ζέλετσα,Λάλογλη,Πεζιρκιάν,Κιατσίτ,Αμιρχάν,Αρμιχάν,ΕμίρΧαν,γάμισλι,Τσίπλαχλι,Τουιγούν,Αγτζάγαλαν,Χασάγαλα,Πάιγαρα,λαουστάν,ΕσκίΓαζή,Ποζγούς,Ποσγούζ,Κιακιατς,ΓοσάΠουγάρ,μπαϊπούρτ,Σέικιτλι,Σέγκιτλι.  Το χωριό Γιέιτσα του Καρς και το οδοιπορικό των κατοίκων της. Εργασία του εκπαιδευτικού κ. Ιωάννη Νικ. Κασκαμανίδη.

ΠΡΟΛΟΓΙΚΑ
Στις σελίδες που ακολουθούν επιχειρείται η περιγραφή του χωριού Γιέιτσα, ενός αμιγούς ελληνικού χωριού του Κυβερνείου Καρς. Επιδίωξη της εργασίας αυτής είναι η αποθησαύριση και παρουσίαση άγνωστων στοιχείων που συνθέτουν την μικρο-ιστορία του χωριού. Το προφορικό υλικό που προέκυψε κατά τη διάρκεια της έρευνας, έδωσε στοιχεία πολύτιμα, όσο και μοναδικά, τα οποία συνδυάστηκαν με τις γραπτές μαρτυρίες και τη βιβλιογραφία, ώστε να υπάρχει, όσο αυτό είναι δυνατόν, πληρέστερη τεκμηρίωση. Από τη θέση αυτή θέλω να ευχαριστήσω από καρδιάς τη Μάρθα Πετίδου, τον Κωνσταντίνο Σεχίδη και το Γεώργιο Γιαζιτζίδη, οι οποίοι με περισσή ευχαρίστηση κατέθεσαν τις δικές τους μαρτυρίες. Επίσης ευχαριστώ το ζεύγος Στέλιου Λαβασίδη και Άννας Κορμά, οι οποίοι πρόθυμα μου παραχώρησαν τη μαγνητοφωνημένη συνέντευξη της γιαγιάς τους Ειρήνης Λαβασίδου, αδερφής της Μάρθας Πετίδου. 

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΧΩΡΙΟΥ – ΚΑΤΟΙΚΩΝ
Η πλήρης ονομασία του χωριού είναι Γιέιτσα. Στη βιβλιογραφία απαντάται και ως Γέιτζε, Γέιτζα, Γέιγκτζα, Γέιτσα, Γιέιτζια, Γέπτσα. Οι διαφοροποιήσεις αυτές μπορούν να αποδοθούν είτε στο ότι οι συγγραφείς χρησιμοποίησαν την ονομασία όπως θεωρούσαν ότι είναι σωστή, είτε όπως αναγράφεται σε αρχειακές πηγές ή στη βιβλιογραφία είτε σε λανθασμένη απόδοση, ακόμη και σε τυπογραφικά λάθη. Στα κείμενα της παρούσας εργασίας, προτιμήθηκε η ονομασία Γιέιτσα. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Γ. Γρηγοριάδη, ο οποίος επισκέφθηκε το χωριό στις 9-7-72, οι Τούρκοι κάτοικοί του το ονομάζουν Γένιτζα. Στους σύγχρονους τουρκικούς χάρτες το χωριό εμφανίζεται με την ονομασία Yenice (Γιένιτζε). Η ονομασία Yenice είναι σύνθετη και αποτελείται από το επίθετο yeni (νέος-α-ο) και την υποκοριστική κατάληξη –ce. Η υποκοριστική κατάληξη προσθέτει στο επίθετο την έννοια του λίγου. Έτσι η ονομασία Yenice σημαίνει το πρόσφατο και στην περίπτωση του χωριού το πρόσφατα χτισμένο χωριό. Δόθηκε, επίσης, και η ονομασία ενός λόφου με το όνομα Γιέιτσα που ανήκε στη λοφοσειρά Κιζίρ Χαραπασί και η οποία συνδέεται με το όνομα του χωριού. Ο άνδρας κάτοικος του χωριού ονομαζόταν Γιέιτσαλης, ενώ η γυναίκα Γιέιτσαλησσα. Η διοικητική υπαγωγή του χωριού στα όρια του Κυβερνείου Καρς, είχε ως αποτέλεσμα οι κάτοικοι να χρησιμοποιούν και την ονομασία Καρσλής – Καρσλήδες (Καρς, έδρα του Κυβερνείου) προκειμένου να προσδιορίζουν τον τόπο προέλευσής τους, όταν βρίσκονταν εκτός του Κυβερνείου και συνομιλούσαν με Έλληνες ή αλλοεθνείς άλλων περιοχών. Σε καμία περίπτωση η ονομασία Καρσλής δεν υπονοούσε εθνική ή εθνοτική καταγωγή ή συνείδηση. Ως προσδιοριστικό της εθνικότητάς τους χρησιμοποιούσαν το Ρωμαίος – Ρωμαίοι (αρσ.), Ρωμέισσα – Ρωμέισσες (θηλ.). Η ονομασία Καυκάσιος – Καυκάσιοι, η οποία συχνά απαντάται στα κείμενα των Ποντίων (ακόμη και σήμερα), αλλά και σε βιβλία Ελλαδιτών συγγραφέων, δημιουργήθηκε ως όρος (τεχνητός) με βάση γεωγραφικά κριτήρια, προκειμένου να υπάρξει μια ονομασία αναγνώρισης των Ελλήνων που κατοικούσαν στην ευρύτερη περιοχή του Καυκάσου. Η ονομασία αυτή χρησιμοποιήθηκε –και χρησιμοποιείται- για δεκαετίες, δημιουργώντας σύγχυση και ώθησε ένα μεγάλο μέρος των Ποντίων και των Ελλαδιτών Ελλήνων να θεωρεί, πως υπάρχει διαχωρισμός, ακόμη και εθνολογικής φύσης, μεταξύ των Ελλήνων του Πόντου και των Ελλήνων του Καυκάσου. Τα επιχειρήματα της άποψης αυτής εντοπίζουν διαφορές μεταξύ Ποντίων και «Καυκασίων» στο λεξιλόγιο, στις εθιμικές πρακτικές, ακόμη και στο πνευματικό επίπεδο. Με τον ίδιο τρόπο, βέβαια, θα μπορούσαμε να διασπάσουμε το σύνολο του ποντιακού πληθυσμού σε δεκάδες ομάδες, αγνοώντας τις βασικές παραμέτρους που οδήγησαν στις διαφοροποιήσεις αυτές, αλλά, κυρίως, αγνοώντας την ίδια την ιστορία του ποντιακού Ελληνισμού. Εξάλλου, η κοινή πορεία όλων των Ποντίων προσφύγων από τη στιγμή της άφιξής τους στην Ελλάδα ως σήμερα, έχει δείξει με τον πιο σαφή τρόπο πως ο διαχωρισμός αυτός ουσιαστικά δεν υφίσταται. Είναι χαρακτηριστικό το σχόλιο: «Πολλούς απ’ αυτούς τους βλέπω σήμερα [1962], απογόνους των βέβαια, να φέρονται ως Καυκάσιοι, αλλά είναι πρώην χωριανοί μου.» Ο σχολιασμός προέρχεται από γέροντα που γεννήθηκε στο χωριό Θεοχαράντων (Λερία του Πόντου), ο οποίος δε δεχόταν πως οι απόγονοι όσων μετανάστευσαν στα χωριά του Καρς είναι ή έγιναν Καυκάσιοι.

Γιέιτσα,καρς,Γέιτζε,Γέιτζα,Γέιγκτζα,Γέιτσα,Γιέιτζια,Γέπτσα,Yenice,Κιζίρ,Χαραπασί,Γιέιτσαλης,Γιέιτσαλησσα,Καρσλήδες,Καυκασίων,Θεοχαράντων,Λερία,Σαρίκαμις,Sarikamiş,Μερτινίκ,Göle,Όλτυς,Oltu,ΑλλαχήΚηπέρ,Ζέλετσα,Λάλογλη,Πεζιρκιάν,Κιατσίτ,Αμιρχάν,Αρμιχάν,ΕμίρΧαν,γάμισλι,Τσίπλαχλι,Τουιγούν,Αγτζάγαλαν,Χασάγαλα,Πάιγαρα,λαουστάν,ΕσκίΓαζή,Ποζγούς,Ποσγούζ,Κιακιατς,ΓοσάΠουγάρ,μπαϊπούρτ,Σέικιτλι,Σέγκιτλι.  2. ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ – ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΑ
Το χωριό Γιέιτσα βρισκόταν στο νότιο-κεντρικό τμήμα του Κυβερνείου Καρς, δυτικά της επαρχιακής οδού Καρς (Kars ) – Σαρίκαμις (Sarikamiş), ανατολικά της οδού Μερτινίκ (Göle) – Όλτυς (Oltu) και νότια της οδού Καρς- Μερτινίκ. Απείχε από την πόλη του Καρς 36 χιλιόμετρα, μια μέρα με το κάρο ή με τη σάνκα και 25 από το Σαρίκαμις, μισή μέρα δρόμο. Βόρεια – βορειοδυτικά του χωριού απλωνόταν ο ορεινός όγκος του Αλλαχή-Κηπέρ (Allahüekder Dağı, τουρκ. dağ = βουνό) με υψόμετρο 3121 μ. Κοντινά ελληνικά χωριά, σε απόσταση λίγων χιλιομέτρων, ήταν τα εξής: Ζέλετσα 3 χιλιόμετρα, Λάλογλη, Πεζιρκιάν Κιατσίτ, Αμιρχάν (ή Αρμιχάν ή Εμίρ Χαν), Γάμισλι, Τσίπλαχλι και Τουιγούν. Χωριά αλλοεθνών, τα εξής: το τουρκικό Αγτζάγαλαν σε απόσταση 4-5 χιλιομέτρων, το Χασάγαλα, το Πάιγαρα, το Λαουστάν, το Εσκί-Γαζή, το Ποζγούς ή Ποσγούζ, το κουρδικό Κιακιατς και το Γοσά Πουγάρ, το αρμένικο Μπαϊπούρτ, και το Σέικιτλι ή Σέγκιτλι. Ανήκε στα χωριά του οροπεδίου Τσουχούρ’, μιας περιοχής με έκταση περίπου 40 τ.χ., που περιβαλλόταν από χαμηλούς λόφους και πανύψηλα όρη από τη βόρεια και δυτική πλευρά, ενδιάμεσα στα οποία σχηματιζόταν το οροπέδιο, το οποίο έμοιαζε από ψηλά με λακκούβα. Το Τσουχούρ’ ήταν η απόληξη μιας τεράστιας ομαλής έκτασης (οροπεδίου), σε μεγάλο υψόμετρο, που άρχιζε από την περιοχή του Ερζερούμ (Erzerum – Kars platosu) και βρισκόταν μεταξύ των βουνών Αλλαχή Κηπέρ, Γουμπρί Νταγ, Εμιρχάν Νταγ, Μεχρίτσαν Νταγ και Σουλού Καρά Τας Καγιά (τουρκ. kaya = βράχος), το οποίο οι Πόντιοι ονόμαζαν Άεν Παύλον. Το οροπέδιο στην νοτιοανατολική πλευρά του είχε μια στενή δίοδο που οδηγούσε στο οροπέδιο του Καρς. Κοντά σ’ αυτήν βρισκόταν το ελληνικό χωριό Πεζιρκιάν Κιατσίτ, η ονομασία του οποίου σήμαινε διάβαση εμπόρων (τουρκ. bezirgãn = έμπορος, geçit = πέρασμα). Βόρεια από το χωριό ήταν Τ’ ορμάν τ’ Ατματσά και ανατολικά – βορειανατολικά το βουνό Άεν Παύλον, δυο ώρες από το χωριό, πάνω στο οποίο βρισκόταν το μικρό μοναστήρι του Αγίου Παύλου. Το βουνό αυτό έμοιαζε να έχει χωριστεί σε τρία κομμάτια, είχε απότομες πλαγιές και μόνο από μια διάβαση μπορούσε να περάσει κάρο. Στο δρόμο από το Πεζιρκιάν Κιατσίτ προς τη Γιέιτσα, στα δεξιά και σε αρκετή απόσταση από τον επαρχιακό δρόμο, ήταν και το Τρανόν Λιθάρ’, ένας αρκετά ψηλός λόφος, «σωστόν ταρέζ’» όπως έλεγαν οι Γιέτσαληδες, που πήρε την ονομασία του από τον τεράστιο βράχο που αποτελούσε την κορυφή του και απ’ όπου μπορούσε κανείς να δει όλα τα χωριά της γύρω περιοχής, καθώς και το Αραράτ «’ς σο Γαβουσμάν απάγκαικα». Απείχε από το χωριό δυο ώρες. Κατά την επίσκεψή του στη Γιέιτσα, στις 9 Ιουλίου 1972, ο Γ. Γρηγοριάδης, άκουσε τους κατοίκους της περιοχής να ονομάζουν το βράχο αυτό Κεμέρ-καγιά και να μιλούν για έναν ανεμόμυλο που είχε στην κορυφή του. Μετά το Τρανόν Λιθάρ’, προς τη Γιέιτσα, στη θέση Τασ – καγιά, βρισκόταν το Πεγάδ’ τη Χατζηκώττα. Στην ίδια περιοχή υπήρχε και το βουνό Τισλιαγγούν. Ελάχιστα αυτοφυή φυτά υπήρχαν στις πλαγιές του, όπως η μασούρα, καθώς και ένα άλλο δέντρο «το οποίον έλεγαν οι χωρέτ’ ότι αν κανένας κόφτ’ ιατό θα γαγγρούται». Ανάμεσα στο Τρανόν το Λιθάρ’ και το Τισλιαγγούν ήταν το Πουγάζ’, μια στενή δίοδος, δερβένι, που τους καλοκαιρινούς μήνες ήταν καταπράσινο. Πολλά από τα γλέντια τους οι κάτοικοι τα έκαναν σ’ αυτήν την τοποθεσία. Η περιοχή γύρω από το χωριό ήταν πλούσια σε υδάτινους πόρους. Το σημαντικότερο ποτάμι ήταν το Εξ’ Κοτανόν που είχε πολλά ψάρια. Το χωριό διαιρούνταν σε δυο μέρη από ένα Τρανόν Ορμίν που κατέβαινε από Τ’ ορμάν τ’ Ατματσά. Το ρέμα αυτό πήγαζε από τον Άεν Παύλον, περνούσε μέσα από Τ’ ορμάν τ’ Ατματσά, διέσχιζε το χωριό, πότιζε του κήπους και κατέληγε στο Εξ’ Κοτανόν. Προκειμένου οι κάτοικοι να εξασφαλίσουν τη μετάβασή τους από το ένα μέρος του χωριού στο άλλο, έφτιαχναν ξύλινες γέφυρες, που όμως, αποδεικνύονταν ελάχιστα ωφέλιμες μιας και τις περισσότερες φορές τα ορμητικά νερά του χειμάρρου, ιδίως κατά την άνοιξη, τις κατέστρεφαν. Ένα άλλο ρέμα ερχόταν από το χωριό Αγτζάγαλαν και αντάμωνε το ποτάμι έξω από το χωριό. Άλλα δυο ρέματα, το ένα από το Πουγάζ’ και το άλλο από το Αμιρχάν αντάμωναν κι αυτά το Εξ Κοτανόν, στο ίδιο περίπου σημείο που χυνόταν και τα προηγούμενα δυο, γι’ αυτό και το σημείο αυτό το έλεγαν Τσατ’ (τσατεύω = συναντώ). Νότια του χωριού ανοιγόταν μια τεράστια πεδινή έκταση, αποτελούμενη από λιβάδια και καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Ακριβώς μετά τα τελευταία σπίτια άρχιζαν τα λιβάδια, τα οποία οι κάτοικοι για να τα ξεχωρίζουν τα είχαν ονοματίσει. Τέσσερα ήταν τα μεγαλύτερα λιβάδια του χωριού:
1. Τη Μολά. Πήρε το όνομά του από κάποιον Μολά από τον οποίο αγοράστηκε (ή στον οποίο ανήκε παλαιότερα). Ήταν λίγο έξω από το χωριό και είχε έκταση διακόσιες ντεσεντίνες (1 ντεσεντίνα = 1,09 εκτάρια, 1 εκτάριο = 10 στρέμματα).
2. Γαράτσαϊρ’. Σε μικρή απόσταση από το χωριό, προς το Τρανόν Λιθάρ’.
3. Τ’ Αμηρχανί. Λιβάδι προς το ελληνικό χωριό Αμιρχάν.
4. Τη Ζέλετσας. Λιβάδι προς το ελληνικό χωριό Ζέλετσα.
Πλην των παραπάνω λιβαδιών υπήρχε και έναν ορτιακόν τσαΐρ’ (συνεταιρικό λιβάδι) που το έλεγαν Κοπούχ’ και αυτό γιατί ήταν γεμάτο «κοπούχα, τα οποία εβγάλναν με τα σίσια τα χοτάχα.»

3. ΚΛΙΜΑ
Το κλίμα της περιοχής ήταν ηπειρωτικό – αλπικό, όπως άλλωστε και σ’ ολόκληρο το Κυβερνείο. Ο χειμώνας άρχιζε τέλος Σεπτεμβρίου με χιόνια και πτώση της θερμοκρασίας, φαινόμενα που μετά τα μέσα Οκτωβρίου ήταν εντονότατα, και τελείωνε τον Απρίλιο. Η περιοχή σκεπαζόταν με χιόνια και επικρατούσαν πολύ χαμηλές θερμοκρασίες, που έφθαναν μέχρι και -30ο C. Μετά τα μέσα Απριλίου η θερμοκρασία ανέβαινε, φτάνοντας τους 15 ο – 18ο C. Το καλοκαίρι ήταν σύντομο, με λίγες βροχοπτώσεις και θερμοκρασία που δεν ξεπερνούσε τους 25 ο – 28ο C. Η ζωή και οι ασχολίες των κατοίκων του χωριού ήταν προσαρμοσμένες στις κλιματολογικές συνθήκες. Έτσι μπορούμε να ξεχωρίσουμε δύο περιόδους: τη χειμερινή και την καλοκαιρινή. Κατά την καλοκαιρινή περίοδο οι κάτοικοι κατέβαλαν σκληρές προσπάθειες, με στόχο να εξασφαλίσουν και να αποθηκεύσουν τροφές για ολόκληρη τη χειμερινή περίοδο για τους ίδιους και τα ζωντανά τους. Καθ’ όλη τη διάρκεια της χειμερινής περιόδου, άνθρωποι και ζωντανά περιορίζονταν στους εσωτερικούς χώρους των σπιτιών, καταναλώνοντας τις τροφές που είχαν συλλέξει και αποθηκεύσει το καλοκαίρι. Το χειμώνα όλες οι δραστηριότητες διακόπτονταν, έτσι που το χωριό να μοιάζει ακατοίκητο. Όταν κατά τη διάρκεια του χειμώνα, σπάνια βέβαια, τύχαινε να λιώσουν τα χιόνια, οι μεγαλύτεροι του χωριού ανέβαιναν στις χωματοσκεπές για να απολαύσουν τη σύντομη ανάπαυλα και τον ήλιο συζητώντας. Τα παιδιά έβρισκαν την ευκαιρία να παίξουν δίνοντας μια εικόνα ζωντάνιας και χαράς στο χωριό.

4. ΧΛΩΡΙΔΑ – ΠΑΝΙΔΑ
Η βλάστηση γύρω από το χωριό ήταν χαμηλή, τυπική των μεγάλων υψομέτρων, ωστόσο, αρκετά πλούσια σε αυτοφυή φυτά, αρκετά από τα οποία ήταν και εδώδιμα. Ο πλούτος αυτός οφειλόταν στο εύφορο έδαφος, στους υδάτινους πόρους της περιοχής, αλλά και στα νερά από την τήξη του χιονιού. Στο Τσουχούρ’ δέντρα σχεδόν δεν υπήρχαν, σε αντίθεση με τις πλαγιές των πιο ψηλών βουνών όπου μεγάλα δάση πεύκων και ελάτων κάλυπταν τεράστιες εκτάσεις. Την άνοιξη όταν έλιωναν τα χιόνια οι πλαγιές των βουνών αλλά και τα λιβάδια γέμιζαν από χόρτο και κάθε λογής φυτά. Στις πλαγιές των βουνών φύτρωναν τα κάλια, αγκαθωτά φυτά, τα οποία ξεραίνονταν προς το τέλος του καλοκαιριού και χρησίμευαν στους κατοίκους ως προσάναμμα για τους φούρνους. Φύτρωναν επίσης τζουτζούνας, σογάνια, κογκορόζια, ματούκια, τουρμουτάρια αχαντίτας, γουμία, μετίκια, πιρπιρίμια, μπόζια, στουπίτες, λαθύρια και μαχερίτας που τις μάζευαν το καλοκαίρι τις έβραζαν και τις έβαζαν στα πουλούλια για να τις καταναλώσουν στη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής. Επίσης στην περιοχή ευδοκιμούσε το καζ (πον. κεβένια), φυτό με ξυλώδη κορμό και αγκάθια, ύψους 0,50 μ., οι ρίζες του οποίου περιείχαν μια ουσία σαν ρετσίνι που χρησιμοποιούνταν ως καύσιμη ύλη. Οι γεωργικές καλλιέργειες ήταν περιορισμένες κι αυτό οφειλόταν στον μακρύ χειμώνα, παρά στο έδαφος, που άλλωστε ήταν αρκετά εύφορο. Στα χωράφια έσπερναν κυρίως κριθάρι και σίκαλη, ενώ στις πλαγιές των λόφων, που ήταν προσήλιες, έσπερναν μια ειδική ποικιλία σιταριού. Σε πολλά χωράφια φύτρωνε το γουντραλούχ’ ή γυντραλίχ ή γυντράν, είδος σκληρού χόρτου με το οποίο έπλεκαν ψαθιά. Η πανίδα της περιοχής ήταν τυπική των ορεινών περιοχών. Στα γύρω δάση ζούσαν αρκούδες, λύκοι, τσακάλια, κ.λπ. Στα ποτάμια υπήρχαν γριβάδια, πέστροφες, νερόφιδα και βίδρες. Στις αμμουδιές των ποταμών συχνά οι κάτοικοι έβρισκαν όστρακα που τα ονόμαζαν ωτία, πιθανόν από το σχήμα τους.

5. ΙΣΤΟΡΙΑ
Ο 19ος αιώνας σημαδεύεται από τις αδιάκοπες μετακινήσεις των Ελλήνων του Πόντου, προς τα εδάφη της ρωσικής επικράτειας και κυρίως προς τις περιοχές του Καυκάσου. Οι αλλεπάλληλοι ρωσο-τουρκικοί πόλεμοι, οι συνεχείς μετακινήσεις πληθυσμών, η προσφυγοποίηση χιλιάδων ανθρώπων, η εκάστοτε πολιτική των δυο χωρών που υποδέχονταν τους πρόσφυγες αυτούς, καθώς και η εξαθλίωση των προσφύγων, δημιούργησαν στις νοτιοανατολικές περιοχές του Πόντου, αλλά και σ’ αυτές του Καυκάσου, μια κατάσταση χάους με συνέπειες δυσάρεστες τόσο για τους νεοαφιχθέντες όσο και για τους κατοίκους των περιοχών αυτών. Οι ελληνικοί πληθυσμοί των νοτιοανατολικών περιοχών του Πόντου, ζώντας επί αιώνες την καταπίεση του οθωμανικού κράτους, έβλεπαν τώρα να εξανεμίζονται οι ελπίδες τους πως θα καλυτερεύσει η ζωή τους μετά το Χάττ-ι-Χουμαγιούν (αυτοκρατορικό διάταγμα) του 1856˙ οι μετοικεσίες συμπατριωτών τους από την αρχή του 19ου αιώνα προς τη ρωσική επικράτεια, η συχνή παρουσία των στρατευμάτων της τσαρικής - και ομόδοξης - Ρωσίας στον Πόντο, καθώς και η εποικιστική πολιτική που άσκησε η Ρωσία σε όλη τη διάρκεια του αιώνα αυτού, ώθησαν δεκάδες χιλιάδες Έλληνες στη μετοικεσία. Με τη Συνθήκη του Βερολίνου το 1878, η Ρωσία προσαρτά τις περιοχές του Βατούμ, Βαγιαζίτ, Καρς και Αρταχάν. Οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί που κατοικούσαν στις περιοχές αυτές, αναγκάστηκαν να μετακινηθούν προς τα εδάφη του οθωμανικής επικράτειας. Ένα αντίστροφο ρεύμα Ελλήνων Ποντίων από τις νότιες περιοχές του Πόντου, αλλά και από την Τσάλκα της σημερινής Γεωργίας, ήρθε να καλύψει το κενό που άφησαν οι φυγάδες μουσουλμάνοι. Από το καλοκαίρι του 1878, κυρίως όμως μετά το 1880 και ως το 1884 χιλιάδες Πόντιοι εγκαθίστανται στο νεοσύστατο Κυβερνείο του Καρς, στα χωριά που εγκατέλειψαν οι μουσουλμάνοι. Στο εγκαταλειμμένο χωριό Γιέιτσα, καταφθάνουν και εγκαθίστανται λίγο μετά το 1880 Έλληνες Πόντιοι προερχόμενοι από το χωριό Χοσμπερίκ ή Χοσμπιρίκ της περιφέρειας Κελκίτ (Kelkit), από τα Λερία και τα Κοτύωρα (Ορντού – Ordu). Η περιφέρεια Κελκίτ, που παλαιότερα αποτελούσε επισκοπή ονομαζόμενη Αχαΐα, βρισκόταν νότια της Αργυρούπολης (Gümüşhane) και περιελάμβανε στα μέσα του 19ου αιώνα, τα εξής ελληνικά χωριά: το Χοσμπερίκ με 40 σπίτια, το Καλημπερτέκ με 30, το Πίσκι με 10, το Τζαμούρια με δύο συνοικίες και 60 σπίτια, το Χαρτούτζιν με εξήντα, το Κιαλιαχπούρ με 150 σπίτια και Ελληνικό Σχολείο και το Ράνσεϊρ με 50 σπίτια. . Ως αρχική κοιτίδα των κατοίκων του Χοσμπερίκ, όπως άλλωστε και των περισσοτέρων Ελλήνων Ποντίων, φέρεται η ορεινή περιοχή νότια της Τραπεζούντας. Όταν υπογράφτηκε το Χάττι-ι Χουμαγιούν στα 1856, δεκάδες χιλιάδες Έλληνες που κατοικούσαν στις ορεινές και δύσβατες περιοχές του Πόντου, αποκλεισμένοι και απομονωμένοι για εκατοντάδες χρόνια, με την αισιοδοξία που σκόρπισε η υπογραφή του αυτοκρατορικού διατάγματος, μετακινήθηκαν προς τα χαμηλότερα και κατοίκησαν σε μέρη όπου θεωρούσαν - και έλπιζαν - ότι θα μπορούσαν να εργάζονται και να ζουν ελεύθερα. Έτσι εποικίστηκε η περιφέρεια του Κελκίτ με Έλληνες. Όμως η παραμονή τους στα χωριά αυτά ήταν σύντομη, αφού ο Ρωσο-τουρκικός Πόλεμος του 1877-78, δημιούργησε νέες δυσοίωνες προοπτικές όσον αφορά την παραμονή τους εκεί. Έτσι λίγο μετά το 1880 αναγκάζονται να μετοικήσουν στο Κυβερνείο του Καρς. «Εποίκαμε συμφωνία και έρθαμε εκάτσαμε σεράντα χρόνια ’ς σο Γαρς. Η συμφωνία έτονε για σεράντα χρόνια, αέτς έλεγαν τ’ εμετέρ’.»

Γιέιτσα,καρς,Γέιτζε,Γέιτζα,Γέιγκτζα,Γέιτσα,Γιέιτζια,Γέπτσα,Yenice,Κιζίρ,Χαραπασί,Γιέιτσαλης,Γιέιτσαλησσα,Καρσλήδες,Καυκασίων,Θεοχαράντων,Λερία,Σαρίκαμις,Sarikamiş,Μερτινίκ,Göle,Όλτυς,Oltu,ΑλλαχήΚηπέρ,Ζέλετσα,Λάλογλη,Πεζιρκιάν,Κιατσίτ,Αμιρχάν,Αρμιχάν,ΕμίρΧαν,γάμισλι,Τσίπλαχλι,Τουιγούν,Αγτζάγαλαν,Χασάγαλα,Πάιγαρα,λαουστάν,ΕσκίΓαζή,Ποζγούς,Ποσγούζ,Κιακιατς,ΓοσάΠουγάρ,μπαϊπούρτ,Σέικιτλι,Σέγκιτλι.  6. ΔΙΟΙΚΗΣΗ
Ο Καύκασος επί εκατονταετηρίδες αποτέλεσε το «μήλον της έριδος» μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας, λόγω των πλουτοπαραγωγικών πηγών του και της ιδιαίτερης γεωστρατηγικής του θέσης. Στην περιοχή αυτή κατοικούσαν δεκάδες εθνότητες που ασπάζονταν διαφορετικά θρησκεύματα. Έτσι, όταν η Ρωσία με τους συχνούς πολέμους κατέκτησε το σύνολο σχεδόν του Καυκάσου, διαμόρφωσε ένα ιδιόμορφο σύστημα διοίκησης, ώστε σ’ αυτήν να κατέχουν κυρίαρχο ρόλο η αστυνομία και ο στρατός. Ο μηχανισμός αυτός συνεργαζόμενος με τις τοπικές αρχές θα εξυπηρετούσε τα σχέδια της Αγίας Πετρούπολης, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη και τις ιδιαιτερότητες των εθνοτήτων. Ανώτατος άρχοντας του Καυκάσου ήταν ο αντιβασιλιάς (Ναμέσνικ). Το Κυβερνείο του Καρς από το 1878 ανήκε στη ρωσική επικράτεια και διοικούνταν από μια στρατιωτικοτοπική διοίκηση, στην οποία έπαιρναν μέρος και αντιπρόσωποι των διαφόρων εθνοτήτων που κατοικούσαν στο Κυβερνείο. Οι διοικούντες έπαιρναν εντολές από τον τσάρο και τη ρωσική κυβέρνηση και η διοίκηση στηριζόταν στους νόμους που ίσχυαν σε όλη τη ρωσική επικράτεια, αλλά και σε τοπικούς νόμους προσαρμοσμένους στις ιδιαίτερες απαιτήσεις του Κυβερνείου. Το Κυβερνείο (Όμπλαστ) διαιρούνταν σε περιφερειακές διοικήσεις (Όκρουγκ) και περιφερειακές υποδιοικήσεις (Ουτσάκα). Κάθε υποδιοίκηση περιελάμβανε τα περιφερειακά επαρχιακά και κοινοτικά γραφεία. Κάθε χωριό με ρωσικό πληθυσμό αποτελούσε ξεχωριστή κοινότητα με δικό της κοινοτικό γραφείο, ενώ τα χωριά με μη ρωσικούς πληθυσμούς υπάγονταν στα περιφερειακά επαρχιακά γραφεία. Στα επαρχιακά γραφεία υπάγονταν δέκα έως τριάντα χωριά με πληθυσμό αποτελούμενο από διάφορες εθνότητες και είχαν επικεφαλή τον Κουλαβά (ρωσ. glava = αρχηγός, επικεφαλής) που εκλεγόταν κάθε εφτά χρόνια και πληρωνόταν από το ρωσικό ταμείο. Το επαρχιακό συμβούλιο είχε εφτά μέλη, που εκλέγονταν μετά από ψηφοφορία στην οποία συμμετείχαν εκπρόσωποι όλων των χωριών του επαρχιακού γραφείου. Ο Κουλαβάς και ο Στάροστα (πρόεδρος κοινοτικού γραφείου ρωσικών χωριών) εκλεγόταν από τους αντιπροσώπους των χωριών με μυστική ψηφοφορία. . Πάρεδρος κάθε χωριού ήταν ο Γιούζμπασης (τουρκ. yüzbaşı = λοχαγός) ή Σταρσινάς (βολόσνοϊ σταρσινά, ρωσ. starşına = πάρεδρος), ο οποίος εκλεγόταν σε συνέλευση (σχοτ < ρωσ. shod = συνέλευση, σύναξη) των κατοίκων, δια βοής ή ανατάσεως των χειρών και εκπροσωπούσε το χωριό στην κοινότητα (πραβλένια < ρωσ. pravlenie = κοινότητα). Η θητεία του ήταν διετής. Ο πάρεδρος ήταν επιφορτισμένος με την επίλυση των προβλημάτων που ενέκυπταν στο χωριό. Μεριμνούσε για τα κοινωφελή έργα, για το συμβιβασμό αντιδίκων, για την ανάθεση αγγαρειών (πεκιάρια) προς το συμφέρον των στρατιωτικών τμημάτων που τύχαινε να περνούν ή να σταθμεύουν στην περιοχή του, για την κατανομή και είσπραξη των φόρων, κ.ά. Τη διοίκηση του επαρχείου πλαισίωναν: ο γραμματέας (πίσαρος), ο κλητήρας (κιζίρτς), ο αγροφύλακας (γουρουχτσής), ο αστυνόμος (νατσάλνικος) με τους χωροφύλακες (στράζνικους). Η Γιέιτσα ανήκε στη Περιφερειακή Διοίκηση Καρς και την Περιφερειακή Υποδιοίκηση Σογανλούκ. Η Υποδιοίκηση Σογανλούκ περιελάμβανε το Επαρχιακό γραφείο του Γελ-Κετσμέζ με 27 χωριά, το Επαρχιακό Γραφείο της Γιέιτσας με 23 χωριά και το Κοινοτικό Γραφείο Νόβο-Σελήμ με 1 ρωσικό χωριό. Για ένα χρονικό διάστημα γιούζμπασης ήταν ο Καντζίδης, τον οποίο διόριζε και πλήρωνε το χωριό. Γουρουχτσής ήταν ο Αλέξανδρος Καντζίδης.

7. ΠΛΗΘΥΣΜΙΑΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ – ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ
Άγνωστος παραμένει ο αριθμός των Χοσμπερικλήδων που εγκαταστάθηκαν στη Γιέιτσα, λίγο μετά το 1880. Ωστόσο, βάσει των στατιστικών που δημοσιεύθηκαν από το Στυλιανό Μαυρογένη για τα έτη 1902, 1907, 1913 και 1918 και αφορούν τον πληθυσμό του χωριού, μπορούμε αναλογικά να υπολογίσουμε, κατά προσέγγιση, τις οικογένειες και τα άτομα που εγκαταστάθηκαν. Κατά την εγκατάστασή τους δε θα πρέπει να ξεπερνούσαν τις 25 με 30 οικογένειες, 250 - 300 άτομα. Το αρχικό σοκ της εγκατάστασης, σύμφωνα και με τις προφορικές μαρτυρίες, ξεπεράστηκε γρήγορα, αφού παρέμειναν ζωντανές οι ελπίδες για μια καλύτερη ζωή και σ’ αυτό συνηγορούσαν και τα πρώτα μέτρα που λήφθηκαν από τη ρωσική κυβέρνηση με την παροχή αγαθών και άλλων αναγκαίων στους νεοαφιχθέντες. Βέβαια, τα πρώτα χρόνια της εγκατάστασης, οι σκληρές συνθήκες ζωής και οι συχνοί θάνατοι επηρέασαν αρνητικά την δημογραφική αύξηση.
Αναλυτικά ο πληθυσμός του χωριού, όπως παρουσιάζεται στη βιβλιογραφία, έχει ως εξής:
ΕΤΟΣ ΟΙΚΟΓΕΝ. ΑΝΔΡΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΥΝΟΛΟ ΠΗΓΗ

καρς,γιέιτσα,περιοχές,πόντου,πόντος,καρσλήδες,κάτοικοι,πληθυσμός,πόντιοι,Γιέιτσα,καρς,Γέιτζε,Γέιτζα,Γέιγκτζα,Γέιτσα,Γιέιτζια,Γέπτσα,Yenice,Κιζίρ,Χαραπασί,Γιέιτσαλης,Γιέιτσαλησσα,Καρσλήδες,Καυκασίων,Θεοχαράντων,Λερία,Σαρίκαμις,Sarikamiş,Μερτινίκ,Göle,Όλτυς,Oltu,ΑλλαχήΚηπέρ,Ζέλετσα,Λάλογλη,Πεζιρκιάν,Κιατσίτ,Αμιρχάν,Αρμιχάν,ΕμίρΧαν,γάμισλι,Τσίπλαχλι,Τουιγούν,Αγτζάγαλαν,Χασάγαλα,Πάιγαρα,λαουστάν,ΕσκίΓαζή,Ποζγούς,Ποσγούζ,Κιακιατς,ΓοσάΠουγάρ,μπαϊπούρτ,Σέικιτλι,Σέγκιτλι.


Η κοινωνία του χωριού ήταν οργανωμένη σε μεγάλες πατριαρχικές οικογένειες. Απόλυτος «ηγέτης» ήταν ο μεγαλύτερος σε ηλικία άντρας της οικογένειας, ενώ για τις δουλειές του σπιτιού και τη διαχείριση των αποθηκευμένων αγαθών τον πρώτο λόγο είχε η μεγαλύτερη σε ηλικία γυναίκα, η ’κοδέσπενα.
Οι οικογένεις του χωριού ήταν οι εξής:
1. Ασλανίδης – Ασλανάντ’ < τουρκ. aslan = το λεοντάρι
2. Ατματζίδης ή Ατματσίδης – Ατματσάντ’ < τουρκ. atmaca = το γεράκι
3. Γαβριηλίδης
4. Γιαζιτζίδης < τουρκ. yazıcı = ο γραφέας, ο γραμματέας. Όταν ακόμη ήταν στον Πόντο ένα άτομο της οικογένειας εκτελούσε χρέη γραμματέα.
5. Ηλιάδης – Ηλι(γ)ιάντ’ ή Κοτυλετάντ’ < χωριό Κοτύλια (< αρχ. ουσ. κοτύλη = κοίλο, οτιδήποτε κοίλο) της περιοχής Κελκίτ, από το οποίο καταγόταν μια γιαγιά τους. Ανήκε στην υποδιοίκηση Αργυρουπόλεως, είχε δυο ενορίες και ένα ναό του Αγίου Κωνσταντίνου. Οι Ηλι(γ)ιάντ είχαν και την υπογενιά Τσακαλάντ, από το προσωνύμι Τσάκαλον με το οποίο χαρακτήριζαν τον ευφυή και δραστήριο άνθρωπο.
6. Καντζίδης – Καντζάντ’ < πον. καντζίν = καρπός φουντουκιού καθαρισμένος από το σκληρό κέλυφος < παλ. κανθίον < αρχ. κανθός
7. Κοσκοσίδης – Κοσκοσάντ’ < Για την ετυμολόγηση του επωνύμου, δίνεται η εξής εκδοχή: «επαίραν τ’ όνομαν ας σα τσιαήματα κοσ – κοσ ντ’ εποίναν για να εγουρτάρευαν ας ση γατσιρί το πουλίν τη κωσσούς»
8. Λαβασίδης – Λαβασάντ’ < πον. λαβάσ’ = λαγάνα πλατειά και λεπτή. Για το πώς η οικογένεια πήρε το επώνυμο αυτό, υπάρχει η παρακάτω εκδοχή: κάποιος από το σόι τους ήταν σ’ άλλο χωριό για χαλάεμαν (γάνωμα) και ζήτησε ν’ αγοράσει λαβάσια μιας και ήταν πολύ πεινασμένος. Εκείνοι δεν του έδωσαν κι αυτός τα άρπαξε κι έφυγε
9. Οβανές, Τ’ Αρμέν’ τ’ Οβανές. Οικογένεια Αρμενίων.
10. Παναγιωτίδης, προσωνύμι Κατακαλίδης το οποίο έμεινε και ως επώνυμο.
11. Πεντερίδης - Πεντεράντ’ < τουρκ. peder = ο παππούς, ο πατέρας
12. Σεβαστόπουλος - Σεβαστάντ’ < αρχ. ουσ. σέβας = ο φόβος του Θεού
13. Σεχίδης – Σιχάντ’ < πον. ασίχα = φτέρνες (κότσια). Υπογενιά των Παυλιδαίων από το χωριό Κυριακάντων του Λερί, σύμφωνα με την εκδοχή: «Η οικογένεια Σεχίδη που μένει στη Φλώρινα από τη Γιέιτσα του Καρς κατάγεται από μας τους Παυλιδαίους.»
Για την προέλευση του επωνύμου Σεχίδης, υπάρχουν δύο εκδοχές: α) Ο παππούς έπαιζε πολύ τα κότσια (ασούχα όπως τα λεν τούρκικα). Ασούχ = Σεχ έγινε Σεχίδης, β) Κάθε μέρα έσφαζαν πρόβατα και τα κόκαλα τα πετούσαν σ’ έναν σκουπιδότοπο (τσοπλίκα). Όλα τα παιδιά του χωριού έπαιρναν από ’κει ασίχα και μ’ αυτά έπαιζαν. Όταν τα ρωτούσαν που τα βρήκαν, απαντούσαν: «ας σ’ ασιχαντίων την τσοπλίκαν».
14. Σταυροπολίδης
15. Φουλίδης
16. Φουντουκίδης
17. Χαραβιτσίδης
18. Χατζηλαζαρίδης
Όλοι οι κάτοικοι του χωριού μιλούσαν την ποντιακή διάλεκτο. Επίσης γνώριζαν τη ρωσική γλώσσα, κυρίως οι άντρες, καθώς και τούρκικα.
Συνολικά το χωριό, στα 1914 είχε 70 σπίτια, ενώ το 1918 είχε 77.

8. ΟΙΚΙΣΜΟΣ
Ο οικισμός ήταν χτισμένος «’ς έναν έμορφον και ταχοτλίν τόπον», στις νοτιοανατολικές πλαγιές του όρους Αλλαχή-Κηπέρ, στο πρανές ενός λόφου [’ς σο παΐρ κιαν’] ο οποίος ονομαζόταν Γαλά [κάστρο;] και κάλυπτε το χωριό από το βορρά. Στη μέση του χωριού περνούσε Το Τρανόν τ’ Ορμίν που χώριζε το χωριό σε δυο μέρη. Το ρέμα αυτό την άνοιξη όταν έλιωναν τα χιόνια, αλλά, και όταν έβρεχε, γέμιζε νερό. Πρόχειρες ξύλινες γέφυρες χρησίμευαν στους κατοίκους για να περνούν από τη μια μεριά στην άλλη. Σε κεντρικό σημείο του οικισμού, ήταν η πλατεία στην οποία υπήρχε μια βρύση (πεγάδ’) με πηγαίο νερό. Υπήρχαν άλλες τρεις βρύσες: μία κοντά στα τελευταία σπίτια στο δρόμο προς Ζέλετσα και Αμιρχάν, μία στο νοτιοδυτικό μέρος του χωριού και μία στο βόρειο μέρος κοντά στο δρόμο προς το Τουιγούν. Δεν υπήρχε λόγος να φτιάχνουν πηγάδια, αφού το πόσιμο νερό από τις βρύσες υπερκάλυπτε τις ανάγκες των κατοίκων. Κήποι (κεπία) για την παραγωγή των αναγκαίων λαχανικών υπήρχαν σε δυο σημεία: ένας στη βόρεια πλευρά του χωριού κοντά στη βρύση κάτω από τα νεκροταφεία και ο άλλος στη δυτική πλευρά εκεί που βρισκόταν η βρύση προς την έξοδο για τη Ζέλετσα και το Αμιρχάν. Σα κεπία ελάχιστα μόνο λαχανικά ευδοκιμούαν και σε περιορισμένες ποσότητες.

9. ΕΚΚΛΗΣΙΑ
Σε όλα τα ελληνικά χωριά του Καρς η εκκλησία και το σχολείο βρίσκονταν σε περίοπτη θέση, ώστε να ξεχωρίζουν και ταυτόχρονα να μαρτυρούν την εθνική ταυτότητα των κατοίκων τους. Ενώ στα περισσότερα χωριά τα δυο κτίσματα χτίζονταν κατά προτίμηση στο άνω μέρος των οικισμών, στη Γιέιτσα η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου (Αέρτς) βρισκόταν στο χαμηλό, νότιο μέρος του χωριού, μετά τα πρώτα σπίτια. Ο ναός ήταν χτισμένος εξολοκλήρου από ντόπια πελεκητή πέτρα στον αρχιτεκτονικό ρυθμό της βασιλικής με τρούλο. Η στέγη του ήταν σκεπασμένη με λαμαρίνες. Ως χρονολογία ανεγέρσεως του ναού φέρεται το έτος 1895, καθώς αυτή η χρονολογία αναγράφεται σε λίθινη πλάκα στην είσοδο του ναού. Πάνω από το υπέρθυρο της κεντρικής (δυτικής) εισόδου, υπήρχε κοίλωμα μέσα στο οποίο ήταν τοποθετημένη μια αγιογραφημένη κοκκινωπή λίθινη πλάκα με την εικόνα του Αγίου Γεωργίου. Η ιστορία της εικόνας αυτής ξεκινά από το χωριό Χοσμπερίκ, στην εκκλησία του οποίου ήταν τοποθετημένη. Την είχε φέρει από άγνωστο μέρος της οθωμανικής αυτοκρατορίας ο Χατζηπάνον. Όταν κατά το 1880 περίπου ξεσηκώθηκε το χωριό, μετά από παρακίνηση τη Χατζηπάνονος, ο ίδιος την πήρε μαζί του για να τη μεταφέρει και τελικά να την εντοιχίσει στο νέο ναό του Αγίου Γεωργίου που χτίστηκε στη Γιέιτσα. Το ακόλουθο περιστατικό, το οποίο διηγούνται ακόμη και σήμερα οι εναπομείναντες Γιέιτσαληδες, είναι ενδεικτικό του θάρρους και του χαρακτήρα του Χατζηπάνου. Όταν ακόμη κατοικούσαν στα εδάφη της οθωμανικής αυτοκρατορίας, ο Χατζηπάνον αφού πρόσφερε στον επισκέπτη μπέη της περιοχής τη φιλοξενία του, άκουσε τον μπέη να ζητά να του δώσουν την ομορφότερη γυναίκα του χωριού. Ο Χατζηπάνον θαρρετά του απάντησε: «Η ομορφότερη γυναίκα του χωριού είναι η δική μου, όμως για να την πάρεις πρέπει πρώτα να πάρεις το κεφάλι μου.» Ο μπέης τιμώντας την τίμια και γενναία στάση του Χατζηπάνου παραιτήθηκε από την απαίτησή του. Ακριβώς επάνω από την εικόνα υπήρχε άνοιγμα που «ανακούφιζε» τη βαριά λιθοδομή, μεταφέροντας την πίεση προς τα παραστάρια. Ψηλά πάνω από την είσοδο υπήρχε ένας πέτρινος σταυρός μεγάλων διαστάσεων, που έδινε ιδιαίτερη ομορφιά. Στον περίβολο της εκκλησίας υπήρχαν δυο τάφοι: ο ένας τη Παπαθοδώρ’ και ο άλλος τη Χατζηπάνονος (Σεχίδης). Ο Χατζηπάνον τάφηκε, τιμής ένεκεν, στον περίβολο της εκκλησίας, ως ένδειξη εκτίμησης εκ μέρους των συγχωριανών του για τις υπηρεσίες που προσέφερε στο χωριό. «Και στέκεται ακόμαν (η εκκλησία), όπως είπεν ο κουνιάδος μου, ακόμαν στέκεται και ένας από τους Σεχιδαίους, ήταν άξιος άνθρωπος ο Σεχίδης και ’κείνος εκεί μέσα τάφηκεν, σην εκκλησίαν μέσα. Κι ο πεθερός μου, μέσα σην εκκλησίαν τους έθαψανε και δεν τα χάλασανε. Όταν πήγανε προπέρυσι τα βρήκανε έτοιμα. Όταν το 1918 εγκατέλειψαν οριστικά το χωριό τους, δυο Γιέιτσαληδες, ο Αλέξανδρος Γαβριηλίδης (Πιρίφτες) και ο Κωνσταντίνος Καντσίδης, ανέλαβαν να συναποκομίσουν από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου μερικά από τα ιερά κειμήλια. Ο Α. Γαβριηλίδης τύλιξε πάνω στο σώμα του τον επιτάφιο του ναού, ενώ ο Κ. Καντζίδης πήρε το Ιερό Ευαγγέλιο. Πήραν επίσης, εικόνες, εξαπτέρυγα και εκκλησιαστικά βιβλία, τα μετέφεραν στην Ελλάδα και σώζονται μέχρι σήμερα στο Ναό του Αγίου Γεωργίου στον Τροπαιούχο Φλώρινας. Τα ταφία, βρίσκονταν στη βόρεια πλευρά του οικισμού, λίγο μακρύτερα από τα τελευταία σπίτια. Οι τάφοι ήταν απλοί, αποτελούμενοι από έναν πέτρινο σταυρό και πέτρες γύρω γύρω κατά τέτοιον τρόπο ώστε να προσδιορίζουν τον τόπο ταφής. Μετά τη φυγή των Ελλήνων κατοίκων του χωριού, η εκκλησία, αφού υπέστη μετατροπές που άλλαξαν τη φυσιογνωμία της, έγινε τζαμί. Όμως η εικόνα της εισόδου και ο μεγάλος πέτρινος σταυρός, αν και έχουν καλυφθεί κατά ένα μέρος από τις μετατροπές, προδίδουν την ταυτότητα του κτίσματος. Εφημέριοι στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου της Γιέιτσας χρημάτισαν οι εξής: ο ποπα Βασίλτς και ο Αβραάμ Παπαδόπουλος από τη Ζέλετσα. Ψάλτες ήταν ο Γεώργιος Πεντερίδης και ο Γεώργιος Κοσκοσίδης. Καντηλανάφτης ήταν ο Μήτον ο παλαλόν (Καντζίδης). Το Δεκαπενταύγουστο πήγαιναν στο μοναστήρι της Παναγιάς, ’σ σην Παναΐαν τη Λάλογλης, όπου γινόταν τριήμερος πανηγυρισμός και μαζεύονταν χιλιάδες προσκυνητές από πολλά χωριά του Κυβερνείου. Επισκέπτονταν συχνά την εκκλησία του Αε Γιάννε στο ελληνικό χωριό Τιβίτ (ή Ντιβίτ ή Τιβίκ), γιατί τον θεωρούσαν θαυματουργό. Τηρούσαν με αυστηρότητα τη μεγάλη νηστεία της Σαρακοστής. Χαρακτηριστικό για την πειθαρχία των κατοίκων σε θέματα νηστείας είναι και το εξής: «τα τσιγάρα πα έκοφταν, ’κι έπιναν τσιγάρα». Κατά τη διάρκεια της νηστείας έτρωγαν το κιντσίτ’ γιαγλούν, σαν το αμερικάνικο βούτυρο, που έμοιαζε με παχύρρευστο λάδι.

10. ΣΧΟΛΕΙΟ
Το σχολείο βρισκόταν στο νότιο μέρος του οικισμού, δίπλα στην εκκλησία. Ήταν κι αυτό χτισμένο από ντόπια πελεκητή πέτρα και είχε στέγη από λαμαρίνες. Είχε δύο αίθουσες, μία για την πρώτη και δευτέρα τάξη και μία για την τρίτη και τετάρτη Ήταν μονοτάξιο – κοινό («[…] εντνοκλάστνι έτονε ’κ’ έτονε ντουοκλάστνι […] ) και η φοίτηση σ’ αυτό ήταν τετραετής. Μετά την αποφοίτησή τους οι μαθητές, εάν επιθυμούσαν να συνεχίσουν τις σπουδές τους, μπορούσαν να δώσουν εισαγωγικές εξετάσεις και να συνεχίσουν στο διτάξιο σχολείο της Ζέλετσας. Ο αριθμός των δασκάλων που δίδασκαν σ’ αυτό ήταν άμεσα εξαρτώμενος από τον αριθμό των μαθητών που φοιτούσαν. Υπαγόταν στο τοπικό σχολικό συμβούλιο της Ιεράς Συνόδου, ήταν δηλαδή εκκλησιαστικό. Δάσκαλοι στο σχολείο υπηρέτησαν οι : Ιάκωβος Κοσκοσίδης, Λαβασίδης, Αβραάμ Παπαδόπουλος παπάς από τη Ζέλετσα και διευθυντής του σχολείου, Βασίλειος Πεντερίδης, Σάββας Σεχίδης, Τοσουνίδης από τη Ζέλετσα, Λεόντιος Φουντουκίδης και Λάζαρος Κεσίδης. και ένας δάσκαλος από τον Πόντο. Ελληνικά δίδαξαν ο Ιωάννης Ατματζίδης και Γρηγόριος Τρ. Σεχίδης (ελληνοδιδάσκαλος, απόφοιτος Φροντιστηρίου Αργυρουπόλεως) τους οποίους πλήρωνε η σχολική επιτροπή του χωριού που για το λόγο αυτό έπαιρνε εισφορές από τους γονείς των παιδιών. Ελληνοδιδάσκαλος ήταν και ο Παύλος Γρηγοριάδης από το χωριό Τουιγούν, που είχε σπουδάσει στο Φροντιστήριο Αργυρουπόλεως, απόφοιτος του 1914. Τον είχαν προσλάβει ως κοινοτικό ελληνοδιδάσκαλο. Στο σχολείο δίδαξε και κάποιος Αηδονίδης – Μπιμπίλοφ από το χωριό Λάλογλη, ιεροκήρυκας, που είχε σπουδάσει στη σχολή Καζάν της Τιφλίδας. Κυριότερα μαθήματα ήταν τα Θρησκευτικά (Ζακομπόζ = Ιερά Ιστορία), η Χρηστομάθεια, η Αριθμητική, η Γραμματική της ρωσικής γλώσσας, κ.τ.λ.  Τα μαθήματα γινόταν σε δυο κύκλους. Κατά τη διάρκεια του πρωινού κύκλου (9:00 π.μ. – 1:00 μ.μ.) γινόταν τα μαθήματα στη ρωσική γλώσσα και το απόγευμα (2:00 μ.μ. – 4:00 μ.μ.) οι μαθητές διδάσκονταν την ελληνική από τον ελληνοδιδάσκαλο του χωριού. Είχαν τα απαραίτητα βιβλία και λίγα τετράδια. «Θυμούμαι το βιβλίο μου, έγραφεν απάνω ‘Ο Όφις’ κι απ’ την άλλη … δε θυμάμαι. Ελληνικά τα κάναμε (τα μαθήματα) και ρουσικά … το νηπιαγωγείο πολύ κοντά στο σπίτι μας, ο δρόμος μας χώριζε κι αμέσως πήγαινα σχολείο.». Από το παρακάτω δίστιχο που απήγγειλε η Μάρθα Πετίδου, φαίνεται πως το σχολείο του χωριού είχε καταστραφεί από πυρκαγιά, χωρίς ωστόσο να υπάρχουν περισσότερες μαρτυρίες γι’ αυτό.
«Εκάηκεν το σχολείον εις την Γιέιτσαν χωρίον
Τα σήμαντρα εχτυπούσαν κι οι γειτονάδες εσκούσαν»

11. ΚΤΙΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ
Κατά την είσοδό τους στο Κυβερνείο, οι Πόντιοι εγκαταστάθηκαν στα εγκαταλελειμμένα σπίτια των μουσουλμάνων που έφυγαν στα εδάφη της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Τα σπίτια ήταν μονώροφα, απέριττα και εξυπηρετούσαν βασικές ανάγκες. Με τον καιρό όμως βελτίωσαν τις ήδη κατασκευασμένες κατοικίες και έκτισαν νέες για να στεγαστούν οι οικογένειες, ο αριθμός των οποίων εντωμεταξύ αυξανόταν. Ο τύπος της αγροτικής κατοικίας του Καρς, καθώς και η οικοδομική τεχνική ήταν ήδη γνωστά στους Γιέιτσαλήδες, αφού και στα μέρη του Πόντου, κατοικούσαν σε περιοχές όπου κυριαρχούσε ο συγκεκριμένος τύπος κατοικίας.
Οικοδομική τεχνική
Εκμεταλλεύονταν την κατωφέρεια της πλαγιάς, έτσι ώστε το σπίτι που θα χτίσουν να προστατεύεται από το κρύο, τους δυνατούς βοριάδες και τις χιονοθύελλες. Επέλεγαν ένα σημείο της πλαγιάς και έσκαβαν δημιουργώντας ένα μεγάλο κενό, σαν «σκαλοπάτι». Ο χώρος που προέκυπτε ήταν περίπου παραλληλεπίπεδος και αρκετά μεγάλος. Οι κατακόρυφοι χωμάτινοι τοίχοι που προέκυπταν, κάλυπταν εξ ολοκλήρου τη βόρεια πλευρά και εν μέρει την ανατολική και δυτική. Οι τοίχοι (περβόλια), πάχους 0,80 μ.-1 μ ήταν χτισμένοι από τεμάχια κατεργασμένου πωρόλιθου αρμολογημένα με αργιλόχωμα και έφταναν σε ύψος τα 2,50-3 μέτρα. Ανάμεσα στις πελεκημένες πέτρες των τοίχων τοποθετούσαν ξύλινα δοκάρια και σανίδια. Σοβάτιζαν τους τοίχους με ασβεστοκονίαμα μέσα στο οποίο έριχναν και άχυρα και από καιρό σε καιρό τους ασβέστωναν. Η στέγη του σπιτιού ήταν απόλυτα προσαρμοσμένη στις κλιματολογικές συνθήκες που επικρατούσαν στο Κυβερνείο. Πάνω στους τοίχους τοποθετούσαν οριζόντια και παράλληλους μεταξύ τους, μεγάλους κορμούς από έλατα (δόκια), πάνω σε αυτούς μικρότερους και λεπτότερους κορμίσκους (μαρτάκια), ύστερα ένα στρώμα από άχυρα (αχύρια) και πελεκούδια (τσόβια), μετά λάσπη από αργιλόχωμα και τέλος έριχναν πολλά κυβικά χώματος σε ύψος 0,80 ως 1 μέτρο (κατικάρ’). Με έναν λίθινο κύλινδρο (κυλίντρ’) καταπατούσαν το χώμα, ώστε να γίνει συμπαγές και σκληρό. Η όλη κατασκευή στηριζόταν στους περιμετρικούς και εσωτερικούς τοίχους, καθώς και σε χοντρούς κορμούς δέντρων (στουλάρια) που υπήρχαν στο εσωτερικού του σπιτιού. Ο τύπος αυτός της στέγης ονομαζόταν ρδανίν και εξασφάλιζε ζέστη το χειμώνα, δροσιά το καλοκαίρι και προστασία από τα επικίνδυνα καιρικά φαινόμενα. Είχε κλίση προς τη βόρεια ή νότια πλευρά ώστε να αποστραγγίζονται τα νερά της βροχής και του λιωμένου χιονιού. Στις άκρες των τριών πλευρών του το ρδανίν είχε μικρά αναχώματα ύψους 0,20 μ. ώστε τα νερά να εμποδίζονται και να μην πέφτουν από πολλά σημεία. Η κλίση οδηγούσε τα νερά σε ένα σημείο και από εκεί μέσω μιας ξύλινης κατασκευής - σαν τα σημερινά λούκια - κατέληγαν στο έδαφος. Από καιρό σε καιρό κατάβρεχαν το χώμα και το κυλίνδριζαν για να σφίγγει και να καθίσταται αδιαπέραστο από τα νερά. Το χειμώνα μόλις χιόνιζε και μαζευόταν πάνω στις στέγες αρκετό χιόνι, ανέβαιναν οι άντρες και με τα φτιάρια έριχναν κάτω το χιόνιγια να μη τσοκεύ το ρδανίν. Κάθε άνοιξη, όταν έλιωναν τα χιόνια, έπρεπε το ρδανίν να συντηρηθεί. Καθάριζαν τα χόρτα (φορκάλια) που φύτρωναν, έριχναν νέο χώμα προς αντικατάσταση των απωλειών και το κυλίνδριζαν αποκαθιστώντας την κανονική του μορφή και στεγανότητα. Το ίδιο επαναλάμβαναν και το φθινόπωρο. Εκτός από την εκκλησία και το σχολείο που είχαν διαφορετικό τύπο στέγης, ένα ακόμη μαγαζί δεν είχε χωματοσκεπή. Ήταν σκεπασμένο με σανίδια (στραφίλια). Στην ανατολική του πλευρά είχε την κεντρική πόρτα, πολλές φορές κοινή για ανθρώπους και ζωντανά: «Από μέσα στη στρού(γ)α (στούχα ή αγιάτ’) που λέμε, στον διάδρομο, άνοιγαμε πόρτα, μικρή πόρτα, κι από ’κει μέσα εμπαίναμε σο μαντρίν. Καθαρό, ολοκάθαρο, δηλαδή στεκόμασταν στα ζώα κοντά και παίρναμε την κοπριά, με συχωρείς, και πάντα ήτανε καθαρά.». Επίσης υπήρχαν ένα ή δυο παράθυρα, κατά κανόνα μικρά για να μειώνονται οι απώλειες της θερμοκρασίας, από τα οποία έμπαινε μόνο το λιγοστό φως. Για το φωτισμό των υπολοίπων χώρων που δεν είχαν παράθυρα, άνοιγαν στο ρδανίν φεγγίτες. Η κατασκευή του φεγγίτη ήταν μια πολύπλοκη διαδικασία, για την οποία έπρεπε να υπάρχει πρόβλεψη ήδη από την ανέγερση της κατοικίας. Ανοίγοντας την κεντρική ξύλινη πόρτα, υπήρχε ένας αρκετά μεγάλος χώρος, το α(γ)ιατ’, όπου γινόταν όλες οι δουλειές του σπιτιού. Στα δεξιά ή αριστερά ήταν το δωμάτιο υποδοχής των επισκεπτών (μισαφίρ’ οτά), στο βάθος και προς τα δεξιά ή αριστερά ένα μεγάλο δωμάτιο (οσπίτ’) που χρησίμευε ως κουζίνα και υπνοδωμάτιο και δίπλα από τα δωμάτια, ο στάβλος. Υπήρχε ειδικός χώρος για την αποθήκευση των τροφίμων (κελάρ’) καθώς και αμπάρια για τα σιτηρά, δίπλα στο οσπίτ’. Για τα κλινοσκεπάσματα υπήρχαν ειδικές ντουλάπες μέσα στο υπνοδωμάτιο, επονομαζόμενες γιουκλούκια, καθώς και ξύλινα ράφια (ταρέζια) για τα σκεύη μαγειρικής. Στο α(γ)ιατ’ γίνονταν η παραγωγή των γαλακτοκομικών προϊόντων, το πλύσιμο των σκευών και των ρούχων, καθώς και άλλες οικιακές και αγροτικές μικροδουλειές. Το δωμάτιο των επισκεπτών προοριζόταν αποκλειστικά για τη φιλοξενία των αντρών, όταν τις βραδινές ώρες έρχονταν για να κάνουν νυχτέρι (παρακάθ’), είχε παράθυρο προς τα βόρεια, σόμπα και καναπέδες (πεκιάδας ή τσαρτάχα) κατά μήκος των τοίχων του δωματίου για να κάθονται οι επισκέπτες. Στο δωμάτιο αυτό φιλοξενούνταν και οι επισκέπτες συγγενείς που έρχονταν από άλλα χωριά. Το οσπίτ’ είχε πολλές λειτουργίες. Στους τοίχους υπήρχαν ράφια και ξύλινες ντουλάπες για τα μαγειρικά σκεύη. Στη μέση του δωματίου ήταν το λεγόμενο κλιβιαν’ (αρχ. = κλίβανος), ένα είδος φούρνου. Στο πάτωμα του δωματίου άνοιγαν ένα κυλινδρικό πηγαδάκι με βάθος και διάμετρο 0,80 μ., επίχριζαν τα τοιχώματά του με λάσπη από αργιλόχωμα, τοποθετούσαν στον πάτο πέτρινες πλάκες και άναβαν φωτιά. Πάνω από τη φωτιά έβαζαν την πυροστιά (χαντζοκράτ’) και μαγείρευαν. Όταν τα τοιχώματα από πηλό ήταν κατάλληλα πυρωμένα, κολλούσαν πάνω σε αυτά διάφορα αλευροπαρασκευάσματα - κυρίως λαβάσια, για να ψηθούν. Ο κλίβανος ανέπνεε από μια στενή σήραγγα που ξεκινούσε από το βαθύτερο σημείο του και λοξά προς τα επάνω έβγαινε στο πάτωμα. Ο καπνός έφευγε από μια τρύπα που υπήρχε στη χωματοσκεπή. Η τρύπα αυτή ήταν σκεπασμένη από μια ξύλινη κυκλική κατασκευή, σαν ομπρέλα, την οποία άνοιγαν όταν άναβαν το κλιβιαν’. Κατά τους χειμερινούς μήνες το κλιβιαν’ είχε και μια άλλη λειτουργία: όταν τελείωναν το ψήσιμο των φαγητών, τοποθετούσαν από πάνω ένα τραπέζι, το σκέπαζαν με μια κουβέρτα και κάθονταν όλα τα μέλη κυκλικά γύρω από το τραπέζι, έχοντας τα πόδια τους κάτω από την κουβέρτα. Κατά αυτόν τον τρόπο ζεσταίνονταν και παράλληλα, οι γυναίκες κεντούσαν ή έπλεκαν. Ο ίδιος χώρος χρησίμευε και ως υπνοδωμάτιο. Κατά μήκος των τοίχων υπήρχαν ψηλά ξύλινα κρεβάτια, επάνω στα οποία έστρωναν στρώματα και κουβέρτες για να κοιμηθούν. Τα στρώματα, τα κλινοσκεπάσματα καθώς και τα ρούχα τα τοποθετούσαν σε ειδικές για το σκοπό αυτό ντουλάπες. Για το νεόνυμφο ζευγάρι υπήρχε ξεχωριστό υπνοδωμάτιο. Τα υπνοδωμάτια συνήθως είχαν και ξύλινο ταβάνι (ταβά), έτσι ώστε να επικαλύπτονται τα δοκάρια της οροφής. Στο πίσω δεξιό ή αριστερό μέρος του σπιτιού ήταν ο στάβλος, αρκετά μεγάλος και ευρύχωρος. Ήταν χωρισμένος σε δυο μέρη. Το χωμάτινο έδαφος των δυο μερών είχε κλίση προς τη μέση έτσι ώστε τα περιττώματα των ζώων να συγκεντρώνονται στο σημείο όπου συνέκλιναν τα δύο μέρη του εδάφους. Ο στάβλος φωτιζόταν με φεγγίτη. Επειδή στον ίδιο χώρο στεγάζονταν διαφορετικά είδη ζώων, κατασκεύαζαν ξύλινα χωρίσματα, ώστε να μην έρχονται σε επαφή τα ζώα. Έτσι οι αγελάδες, τα μοσχαράκια, τα βόδια, τα βουβάλια, οι χοίροι, τα άλογα και τα πρόβατα, είχαν - το κάθε είδος - το δικό τους χώρο. Ιδιαίτερη προσοχή δινόταν στα άλογα που κατείχαν την πιο περιποιημένη θέση μέσα στο στάβλο. Στους τοίχους του στάβλου ήταν κρεμασμένα από την οροφή ξύλα (σουρούχα) για να κάθονται οι κότες. Κατά τους θερινούς μήνες ο φεγγίτης ήταν ανοιχτός και οι κότες, πετώντας, έβγαιναν περνώντας από το άνοιγμα του φεγγίτη. Στη εξωτερική βορινή πλευρά του σπιτιού υπήρχε σκεπαστός και περιφραγμένος χώρος (αγούλ’) για τα πρόβατα. Τα πρόβατα δεν έμεναν όλο το χειμώνα μέσα στο στάβλο, παρά μόνο κατά τις χιονοθύελλες ή την παγωνιά. Το υπόλοιπο διάστημα τα έβγαζαν στο χώρο αυτό. Πολλοί νοικοκύρηδες δεν είχαν αχυρώνες. Δεν υπήρχε λόγος τοποθέτησης των χόρτων σε αποθηκευτικούς χώρους, γι’ αυτό σχημάτιζαν μεγάλες θημωνιές (τιαάδας) με τα χόρτα έξω στις αυλές. Κίνδυνος καταστροφής του χόρτου δεν υπήρχε, γιατί το χιόνι που έπεφτε νωρίς (από τον Οκτώβριο) σκέπαζε τις θημωνιές και η παγωνιά το μετέτρεπε σε μια συμπαγή κρούστα που συντηρούσε το χόρτο στεγνό. Άλλωστε η υγρασία ήταν περιορισμένη λόγω του ξηρού κλίματος. Γύρω από τις θημωνιές σχημάτιζαν τοίχο με μεγάλες πέτρες (αγούλ’), ώστε τα ζώα να μη μπορούν να πλησιάζουν το χόρτο, αλλά και για να μην παρασύρουν το χόρτο οι δυνατοί άνεμοι. Σε σκεπασμένο χώρο έβαζαν τα κάρα, τα γεωργικά εργαλεία και τη ξυλεία. Η αυλή δεν είχε φράχτη, αφού ο χώρος που ανήκε σε κάθε σπίτι δεν νοούνταν ως οριοθετημένη περιοχή.

12. ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ – ΑΣΧΟΛΙΕΣ
Κυριότερη επαγγελματική ασχολία των Γιέιτσαληδων ήταν η κτηνοτροφία και σε μικρότερο βαθμό η γεωργία. Κάθε οικογένεια συντηρούσε μεγάλο αριθμό ζώων, αγελάδες, βόδια, βουβάλια, ώστε να εξασφαλίζουν το απαραίτητο γάλα για την παρασκευή γαλακτοκομικών προϊόντων, αλλά και για το όργωμα των χωραφιών, καθώς και αρκετά πρόβατα. Κάθε σπίτι είχε ένα άλογο το οποίο ίππευε ο αρχηγός της οικογένειας και οι μεγαλύτεροι γιοι. Ο στάβλος, μαντρίν, δεν ήταν ξεχωριστό κτίσμα, αλλά αποτελούσε προέκταση της κυρίως κατοικίας. Αράχνες δεν υπήρχαν στο στάβλο, αφού γίνονταν τροφή για τις κότες. Τους καλοκαιρινούς μήνες τα κοπάδια μεταφέρονταν στα παρχάρια προς την περιοχή της Κιόλιας (βορειοδυτικά). Με το αγελαδινό γάλα παρασκεύαζαν τυρί σε σχήμα σκοινιού το τύλιγαν σε μακριά ξύλα και το κρεμούσαν από την οροφή. Όταν στέγνωνε το έκοβαν για να το βάλουν σε πιθάρια (πουλούλια). Παρήγαγαν άφθονο βούτυρο που αρκούσε για ολόκληρη τη χρονιά. Κάθε επτά ή δέκα χρόνια γινόταν αναδιανομή της γης που καλλιεργούσε κάθε οικογένεια, ανάλογα με την αύξηση ή μείωση του αριθμού των μελών της. Εκτός από τους αγρούς σε κάθε οικογένεια αντιστοιχούσε και συγκεκριμένη έκταση χορτολίβαδων όπου μπορούσαν να βόσκουν τα ζωντανά τους. Καλλιεργούσαν κριθάρι, σίκαλη και σε μικρότερο βαθμό σιτάρι (ανθεκτικές ποικιλίες). Τις ποσότητες σε σιτάρι που τους ήταν απαραίτητες τις προμηθεύονταν από τις αγορές του Καρς και του Σαρίκαμις. Τα χωράφια που καλλιεργούσαν βρισκόταν, κυρίως, νότια του χωριού και γύρω από το ποτάμι Εξ Κοτανόν, καθώς και στις πλαγιές των λόφων (εράνια [;]). Όργωναν με ξύλινα αλέτρια και με σιδερένια οι πλούσιοι. Σβάρνιζαν με σβάρνα (ταρπάν) που έφτιαχναν οι ίδιοι. Θέριζαν τα κριθάρια μέχρι τον Δεκαπενταύγουστο, αν προλάβαιναν και τα σιτάρια και πολλές φορές δεν προλάβαιναν να τα αλωνίσουν, οπότε αναγκάζονταν να σχηματίσουν μ’ αυτά θημωνιές και τα αλώνιζαν τον Μάρτιο – Απρίλιο. Για το άλεσμα των δημητριακών υπήρχαν τρεις νερόμυλοι (χαμαιλέτε): τη Χατζηπάνονος στα βορειοδυτικά του χωριού, τη Κοσκόσ’ κοντά στο δρόμο προς τη Ζέλετσα και τη Χατζηιωσήφ στα νοτιοανατολικά του χωριού. Οι νερόμυλοι αυτοί υπάρχουν και σήμερα: «Πέρυσι, προπέρυσι, ο κουνιάδος μου με τον Φύλαχτο που λέμε, επήγανε στο χωριό μας και είπανε ότι βρήκανε τους μύλους, εδούλευανε οι Τούρκοι.». Στο χωριό υπήρχαν τρία καταστήματα: «ένα δίπλα στης Μάρθας και ένα στο Πεγάδ’. Ιδιοκτήτες ο Αλέξης Λαβασίδης και ο Σπύρος Κοσκοσίδης.» Το τρίτο κατάστημα ανήκε στον Γεώργιο Καντζίδη (Τσαμπάζον). Τα καταστήματα πουλούσαν υφάσματα, τρόφιμα, κ.τ.λ.. Καφενείο δεν υπήρχε. Λυράρης ήταν ο Σάββας τη Κουμούλ’ (Λαβασίδης), ο οποίος αν και δεν ήταν δεξιοτέχνης, ωστόσο, κατασκεύαζε λύρες. Στους γάμους και τα πανηγύρια καλούσαν οργανοπαίχτες από τη Ζέλετσα, όπως το Μάρκο τον ταγουλτσήν. Μοδίστρα (τερτζάβα) ήταν η Σοφία τη Καντζά, που έραβε μεταξωτά σάλια και αντρικά κουστούμια, από μαχότ’ (είδος υφάσματος). Την απαραίτητη ξυλεία, καύσιμη και οικοδομήσιμη, την εξασφάλιζαν από το πλούσια δάση που υπήρχαν σε απόσταση μιας μέρας. Βέβαια η υλοτόμηση απαιτούσε ειδική άδεια από τους δασοφύλακες. Ως καύσιμη ύλη χρησιμοποιούσαν, περισσότερο, αποξηραμένη κοπριά. Η κοπριά μεταφέρονταν έξω από το χωριό ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Το Μάιο την έστρωναν (εποίναν πασμαλούχ’) σε έναν ειδικά διαμορφωμένο χώρο, σαν αλώνι και αφού την άφηναν να στεγνώσει την έκοβαν με ένα ειδικό φτυάρι σε μικρά παραλληλόγραμμα κομμάτια (κουσκούρια), που τα αποθήκευαν σε υπόστεγα ή τα στοίβαζαν σε θημωνιές (γαλάδας) κοντά στα σπίτια. Οπωροκηπευτικά αγόραζαν από τους Μαλακάνους, γιατί λόγω του ψυχρού κλίματος δεν ευδοκιμούσαν στην δική τους περιοχή. Οι Μαλακάνοι (Ρώσοι αιρετικοί τύπου Ευαγγελιστών και εξορισμένοι από την τσαρική κυβέρνηση στο Κυβερνείο του Καρς), κατοικούσαν σε νοτιότερες περιοχές με ήπιο κλίμα όπου είχαν περιβόλια. Μετακινούνταν με μικρά δίτροχα κάρα πουλώντας την πραμάτειά τους. Τους θερινούς μήνες προσλάμβαναν νεαρούς Τούρκους και Κούρδους (παρα(γ)ιαδες)υπαλλήλους για τις γεωργικές εργασίες (θέρισμα χόρτου και δημητριακών, κ.λπ.). Πολλοί αναγκάζονταν, προκειμένου να βρούνε επικερδέστερες εργασίες, να μεταναστεύουν στην Κριμαία. Έστελναν χρήματα και ρουχισμό στις οικογένειές τους στο χωριό. Επέστρεφαν για μικρά χρονικά διαστήματα κάθε δυο ή τρία χρόνια. Φαίνεται πως όταν ξέσπασε η Οκτωβριανή Επανάσταση, ορισμένοι από τους ξενιτεμένους δεν πρόλαβαν να γυρίσουν στο χωριό. Οι δυο αδερφές Μάρθα και Ειρήνη Πεντερίδου έχασαν τον πατέρα τους μέσα στη θύελλα που προκάλεσε η Επανάσταση.

Γιέιτσα,καρς,Γέιτζε,Γέιτζα,Γέιγκτζα,Γέιτσα,Γιέιτζια,Γέπτσα,Yenice,Κιζίρ,Χαραπασί,Γιέιτσαλης,Γιέιτσαλησσα,Καρσλήδες,Καυκασίων,Θεοχαράντων,Λερία,Σαρίκαμις,Sarikamiş,Μερτινίκ,Göle,Όλτυς,Oltu,ΑλλαχήΚηπέρ,Ζέλετσα,Λάλογλη,Πεζιρκιάν,Κιατσίτ,Αμιρχάν,Αρμιχάν,ΕμίρΧαν,γάμισλι,Τσίπλαχλι,Τουιγούν,Αγτζάγαλαν,Χασάγαλα,Πάιγαρα,λαουστάν,ΕσκίΓαζή,Ποζγούς,Ποσγούζ,Κιακιατς,ΓοσάΠουγάρ,μπαϊπούρτ,Σέικιτλι,Σέγκιτλι,λάλογλη,παναγία 13. ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΕΙΣ – ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ
Το Δεκαπενταύγουστο που πανηγύριζε η Παναγία τη Λάλογλης, χιλιάδες κάτοικοι των ελληνικών χωριών του Κυβερνείου έρχονταν για να προσκυνήσουν, κατασκηνώνοντας εκεί για τρεις ημέρες. Η τοποθεσία στην οποία βρισκόταν το μοναστήρι ανήκε στο ελληνικό χωριό Τσίπλαχλη˙ βρισκόταν όμως κοντύτερα προ τη Λάλογλη και έτσι ονομάστηκε Παναγία τη Λάλογλης. Στον πανηγυρισμό συμμετείχαν και οι κάτοικοι της Γιέιτσας. Ο εορτασμός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ήταν η μεγαλύτερη γιορτή για τους Πόντιους του Καρς, όπως άλλωστε και για τους Πόντιους του κυρίως Πόντου. Στη διάρκεια του εορτασμού οι προσκυνητές είχαν την ευκαιρία να διασκεδάσουν και να βρεθούν με τους συγγενείς τους από άλλα μακρινά χωριά. Εκτός όμως από τη θρησκευτική του λειτουργία, το προσκύνημα αυτό είχε και μια άλλη διάσταση: ήταν ο καλύτερος, ίσως, τρόπος για τους Πόντιους να αυτοεπιβεβαιωθούν, συμμετέχοντας σε μια καθαρά ελληνική γιορτή. Το Κυβερνείο του Καρς ήταν μια περιοχή κατεξοχήν πολυεθνική και ως εκ τούτου η κάθε εθνότητα ένιωθε την ανάγκη αυτή. Στη μεγάλη αυτή γιορτή συμμετείχαν και αλλοεθνείς, κυρίως μουσουλμάνοι. Την ημέρα του εορτασμού του Αγίου Γεωργίου, Πόντιοι από τα κοντινά χωριά έρχονταν στη Γιέιτσα για να εκκλησιαστούν και να πανηγυρίσουν μαζί με τους Γιέιτσαληδες, τρώγοντας φαγητά που για το σκοπό αυτό είχαν ετοιμάσει οι κάτοικοι του χωριού. Την ημέρα της εορτής του Ευαγγελισμού μαζεύονταν στη Γιέιτσα για να συνεορτάσουν με τους Γιέιτσαληδες οι κάτοικοι των χωριών Αμιρχάν, Ζέλετσα και Πεζιρκιάν Κιατσίτ. Οι κάτοικοι του χωριού ετοίμαζαν από την προηγουμένη πιλάφι, κομπόστα, φασόλια και ψάρι και μ’ αυτά φίλευαν τους κοντοχωριανούς τους. «Πιλάφ’, χοσάφ’, φασούλια και οψάρ’ εποίναμε τ’ Ευαγγελισμού και φάζ’ναμε τρία χωρία.» Οι κάτοικοι του Πεζιρκιάν Κιατσίτ πριν μπούνε στη εκκλησία, έπλεναν τα πόδια τους στα μικρά ορμητικά ρυάκια (ολούχα), πράγμα που έκαναν και στο χωριό τους. Κατά τη διάρκεια των Χριστουγέννων «εποίναν Μωμοέρια», γυρνώντας στα γειτονικά χωριά. Οι Μωμόεροι γέμιζαν τα δισάκια τους με βούτυρο και κολόθια, τα οποία κατόπιν πουλούσαν. Κάθε χρόνο στις 29 Ιουνίου στο μοναστήρι του Άε Παύλου γινόταν πανηγύρι και μαζεύονταν τα γύρω χωριά. Οι κάτοικοι της Γιέιτσας φημίζονταν για «τα μασχαρείας ντ’ εποίναν», αλλά και για τον ιδιόρρυθμο χαρακτήρα τους. «Η Γέιτσα έσον το πιο διαβόλ’κον χωρίον και για τ’ ατό όλα τ’ άλλα χωρία εσύρναν τη γιαχάν ατούν.»

14. ΘΡΥΛΟΙ ΚΑΙ ΔΟΞΑΣΙΕΣ
«Κολλημένο με τον Άεν Παύλον ήταν το Τρανόν το Λιθάρ’ που ήταν πολύ ψηλό, στρογγυλό και πάνω στην κορυφή είχε ένα μεγάλο λιθάρι, χίλια μέτρα ψηλό. Από πάνω ως κάτω ήταν γκρεμός. Στα πλάγια του λιθαριού είναι ταρέζια απ’ όπου μπορεί να περάσει κάρο. Στην κορυφή είναι ένα μεγάλο κιέλ’ [ göl = λίμνη] δυο χιλιόμετρα βαθύ γεμάτο φίδια. Οι χωρέτ’ έλεγαν ότι το κιέλ’ έτον το βασίλειον τη αζτσεααρίων [ ; ].» . Το όνομα του βουνού Τισλιαγγούν, καθώς έλεγαν οι κάτοικοι, προήλθε από μια δοξασία, σύμφωνα με την οποία για να ανέβει κανείς στην κορυφή του έπρεπε να περπατά πάνω στα νύχια των χεριών και των ποδιών, μιας και οι πλαγιές του είχαν λιθάρια και τσαγούλια. Η ονομασία Τισλιαγγούν πιθανόν να σχετίζεται με το τουρκικό ρήμα tıslamak = γογγύζω από την κούραση. Στην περίπτωση του λιβαδιού Γαράτσαϊρ και πάλι μια δοξασία λειτουργούσε ετυμολογικά: υπήρχαν πολλά φίδια «που ετσιντσινιαουσαν (τσιντσινίουμαι = γλιστράω, κατολισθαίνω) ας σο Τρανόν το Λιθάρ’ κ’ ερούζ’ναν απέσ’ ’ς σα τσαΐρια και επειδή τ’ απάν’ ατούν έσον πολλά μαύρον ονομάστηκε Γαράτσαϊρ’».

15. Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΞΑΕΤΙΑ
Μετά τους νικηφόρους για την Ελλάδα Βαλκανικούς Πολέμους του ’12-’13, προστίθενται στην ελλαδική επικράτεια τεράστιες εκτάσεις. Οι Έλληνες του Κυβερνείου, οι οποίοι με πολλούς τρόπους είχαν κι αυτοί συμβάλλει στις νίκες αυτές, παρακινημένοι από την αισιοδοξία για ένα καλύτερο μέλλον, αλλά και κάποιες υποσχέσεις για εγκατάσταση στη Μακεδονία, έβλεπαν πως μια μετεγκατάστασή του στα νέα εδάφη και προσιτή είναι αλλά και ανταποκρίνεται στις προσδοκίες τους. Έτσι πολλές ελληνικές οικογένειες από το Κυβερνείο φεύγουν για την Ελλάδα. Η τύχη αυτών των οικογενειών δεν ήταν βέβαια η καλύτερη, αφού μετά από λίγους μήνες, οι περισσότερες αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στα χωριά τους. Λίγες μόνο κατάφεραν να εγκατασταθούν στη Μακεδονία, όμως κι αυτές αποδεκατίστηκαν από την ελονοσία και τις κακουχίες. Το καλοκαίρι του 1914, με την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η Ρωσία και η Τουρκία αντιμάχονται στο μέτωπο του Καυκάσου (Καυκάσκι Φροντ). Οι αρχικές επιτυχίες των τουρκικών στρατευμάτων στο νότο του Κυβερνείου, αναγκάζουν πολλές ελληνικές οικογένειες να φύγουν για την Ελλάδα, οι περισσότερες από τις οποίες, στη συνέχεια, επέστρεψαν στα χωριά τους. Oι Τούρκοι προελαύνοντας αρχικά προς τα ενδότερα του Κυβερνείου, δημιουργούν κλίμα πανικού και φυγής, όχι μόνο στα παραμεθόρια χωριά, αλλά και στα χωριά τη Τσουχουρί. Το Δεκέμβριο του 1914 οι κάτοικοι της Γιέιτσας και των γύρω χωριών φεύγουν προς το Καρς και εγκαθίστανται προσωρινά, για 4 μήνες, στο χωριό Αζάτ. Τον Απρίλιο του 1915, αφού εντωμεταξύ ο ρωσικός στρατός είχε αποκαταστήσει την τάξη στην περιοχή, επιστρέφουν στο χωριό τους, βρίσκοντας τα σπίτια και την εκκλησία ερειπωμένα. Με την επικράτηση των Ρώσων στην περιοχή, η ζωή φάνηκε να παίρνει τους κανονικούς της ρυθμούς. Στο μεσοδιάστημα ’15-’18 άλλες δύο φορές οι κάτοικοι του χωριού ξεσηκώνονται και φεύγουν σε κοντινά χωριά. Γρήγορα όμως αποδεικνυόταν πως η είδηση ότι πλησιάζουν οι Τούρκοι είναι ψεύτικη, οπότε γύριζαν πάλι στο χωριό, αφού είχαν διανυκτερεύσει μόνο μια νύχτα στο ύπαιθρο ή σε γειτονικά χωριά. «Αρμένικον είχε έναν (χωριό) και όταν εφύγαμε πρώτην φοράν, πότε δεν ξέρω, πρώτην φοράν φύγαμε και σ’ εκείνο το χωριό πήγαμε, μία βραδιά με τ’ αμάξια με τα ζώα, με τ’ αυτά, το πρωί είπανε ότι έκανανε πίσω οι Τούρκοι, φύγανε, πήγαμε πίσω και ’μεις στα σπίτια μας. Δύο φορές φύγαμε, αφού τα θυμάμαι. Θα ήμουνα οχτώ χρονών.» «Η πρώτη φορά (που φύγαμε) χειμώνας ήτανε, σε είπα, σ’ αρμένικο χωριό, άδειο ήτανε, γιατί ήτανε άδειο δεν ξέρω, μας βάλανε εκεί μέσα οικογενειακώς. Όσοι μπόρεσαν εκεί, άλλος αλλού, γνώριζαν ο ένας τον άλλον είχαμε φιλίες με τους Τούρκους και με τους Αρμένιους, αφού ήμαστανε κοντά κοντά.». Τον Οκτώβριο του ’17 ξεσπά η Οκτωβριανή Επανάσταση και ο ρωσικός στρατός εγκαταλείπει το μέτωπο του Καυκάσου και τις περιοχές της Τουρκίας που είχε καταλάβει με τις προελάσεις. Στο Κυβερνείο ο διοικητικός μηχανισμός παραλύει και επικρατεί αναρχία και σύγχυση. Τέλη του ’17 αρχές του ’18, χιλιάδες Έλληνες των νότιων περιοχών του Κυβερνείου εγκαταλείπουν τα χωριά τους και φεύγουν προς την πόλη του Καρς, ελπίζοντας για ένα πρόχειρο καταφύγιο έως ότου βρουν μέσο για να φτάσουν στο Βατούμ κι από εκεί στην Ελλάδα ή να περάσουν σε βόρειες και ασφαλέστερες περιοχές του Καυκάσου. Το Μάρτιο του 1918 υπογράφεται η συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ, με την οποία τα εδάφη του Καρς – Αρταχάν παραχωρούνται στην Τουρκία. Από το Νοέμβριο του ’17 η διοίκηση του Κυβερνείου περνά στα χέρια του Επιτροπάτου της Υπερκαυκασίας, που αποτελούνταν από εκπροσώπους των καυκασιανών λαών. Από το Μάιο του ’18 τη διοίκηση αναλαμβάνουν οι τρεις νεότευκτες δημοκρατίες της Γεωργίας, Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν. Οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί του Κυβερνείου, έχοντας ως όπλο τη συνθήκη του Μπρεστ-Λιτοφσκ, δημιουργούν μια κυβερνητική επιτροπή, τη λεγόμενη Μελησουρά, η οποία αντικαθιστά τη διοίκηση των τριών δημοκρατιών το καλοκαίρι του ’18. Το Μάιο του ’19 οι Άγγλοι διαλύουν τη Μελησουρά και τα εδάφη του Κυβερνείου παραχωρούνται στη Δημοκρατία της Αρμενίας, εκτός από τη Διοίκηση Αρταχάν που παραχωρείται στη Δημοκρατία της Γεωργίας. Έτσι από το Μάιο του 1919 όλα τα ελληνικά χωριά του Κυβερνείου υπάγονταν στην αρμενική διοίκηση εκτός από εφτά χωριά του Αρταχάν. Από τον Οκτώβριο του ’17 μέχρι τη φυγή από τα χωριά τους, τα ελληνικά ένοπλα τμήματα που είχαν συγκροτηθεί από το 1915, είχαν αναλάβει εξολοκλήρου την προστασία των χωριών τους. Από τις διηγήσεις των γερόντων δεν προκύπτει ότι στη Γιέιτσα σημειώθηκαν ένοπλες συγκρούσεις: «Αυτοί στο χωριό τους φυλάγανε με τα όπλα, το δικό μας το χωριό δεν πειράχτηκε καθόλου. Την νύχταν είχανε ο καθένας όπλα. Έλεγανε δηλαδή∙ κι εγώ το φύλαξα στο νου μου. Αλλά εμείς καθόλου (δεν κινδυνέψαμε) δεν φάνηκαν οι Τούρκοι, ας πούμε, να είχαμε και φόβο.»

16. Η ΕΞΟΔΟΣ
«… ο ρωσικός στρατός επέταξεν τα όπλα, έσκωσεν κ’ έσυρεν τα τυφέγκια, εκλώστεν οξ’ οπίσ’. Η Τουρκία έρται, θα παίρ’ ξαν’ τα μέρια χωρίς πόλεμον χωρίς τίποτα. Τ’ έμετερον οι Ρωμαίοι εφογόθαν, έρχουνταν οι Τουρκάντ’ θα σπάζνε μας. Τα ζά τουνε, τα βουτούρτα ’τουν, τ’ οσπίτια ’τουν, τα μαντρία τουν, όλια εφέκανε αέτς. Εξέγκαν τα ζα τουν εξουκέσ’ ελεύθερα. Και φύγονταν, και ντ’ άγνα φύουνταν να προφτάνε, να μη πιάν’ ατς οι Τουρκάντ’. Άλλος π’ είχεν μωρά εσκώνεν κ’ εσύρνεν ατα. Κι ο ρωσικόν ο στρατός π’ έρχουσον απ’ οπίσ’ πιλια ετοπλάευεν τα μωρά. Κ’ έγκαν ατα ’ς σο Βλατικαυκάς, απέσ’ σην Ρουσίαν.». Από τους τελευταίους μήνες του 1917 ως τους πρώτους μήνες του 1918 χιλιάδες Πόντιοι των νότιων υποδιοικήσεων του Κυβερνείου είχαν συγκεντρωθεί στο Καρς, απ’ όπου με τρένα έλπιζαν να προωθηθούν προς το Βατούμ ή το Βόρειο Καύκασο, μέσω Τιφλίδας. Το Μάρτιο του ’18 οι Γιέιτσαληδες πηγαίνουν στο Καρς με τα κάρα και όσα πράγματα μπορούσαν να φορτώσουν πάνω σ’ αυτά, μέσω Πεζιρκιάν Κιατσίτ και Σελίμκιοϊ (χωριό Μαλακάνων). Στο Καρς παρέμειναν για τρεις μήνες, διαβιώνοντας μέσα σε άθλιες συνθήκες. «Και τη δεύτερη φορά φύγαμε το ’18. Ποία (πράγματα) να παίρνεις και ποία ν’ αφήνεις. Με κάρα (φύγαμε) και πήγαμε σ’ ένα πολύ κοντινό (χωριό) σο Καρς, ήτανε του πατέρα μου αδερφή εκεί, σ’ εκείνην πήγαμε. Απ’ εκεί πέρασε ο χειμώνας και το καλοκαίρι, μου φαίνεται, ξεκίνησαμε για πάντα. Στους δρόμους ψοφούσανε τ’ αγελάδια. Τ’ άλλα γεννούσανε και τ’ άλλα ψοφούσανε. Και κόβανε και κάναμε τον καβουρμάν που λέμε, για τον δρόμον να φάμε. Υπόφεραμε, υπόφεραμε, κόσμος και κοσμάκης. Ο ένας αλλού, άλλος αλλού, όλοι σ’ ένα μέρος δεν πήγαμε. Πήγαμε στο Καρς, ήτανε χωρίς αυτό …, εκεί καθίσαμε σα ξένα, κάζαρμαδες τα λέγανε, στρατιωτικά … στρατιώτοι που κοιμούντανε, στρατώνας ναι. Εκεί ώσπου να έρθει η άδειά μας και καθήσαμε κάμποσον καιρό. Το χειμώνα πήγαμε το καλοκαίρι φύγαμε. Τα στρατώνας, για φαντάσου, τα στρατώνας να κοιμηθείς χειμώνα καιρό, τι τραβήξαμε!». Εκεί μαθαίνουν για την υπογραφή της συνθήκης του Μπρεστ – Λιτόφσκ, μια υπογραφή που έσβηνε και τις τελευταίες ελπίδες για επιστροφή στο χωριό, αφού τώρα το Κυβερνείο παραχωρούνταν από τη Σοβιετική Ρωσία στην Τουρκία. Στο Καρς πούλησαν ότι είχαν πάρει μαζί τους από το χωριό, σε εξευτελιστικές τιμές, και πληρώνοντας το εισιτήριό τους μπήκαν στο τρένο κατευθυνόμενοι προς την Τιφλίδα. «Προς το καλοκαίρι αρχίσαμε και ο καθένας έφευγε με βαγόνια, με τρένο.» Στην Τιφλίδα παρέμειναν για δύο μήνες, ζώντας σε πρόχειρα καταλύματα του σιδηροδρομικού σταθμού. Από ’δω, όμως, οι Γιέιτσαληδες χωρίζονται και τραβούν η κάθε ομάδα διαφορετικό δρόμο. Μια ομάδα, μαζί με συγγενείς τους από άλλα χωριά του Κυβερνείου Καρς, κινούνται δυτικά – βορειοδυτικά με τρένο και καταλήγουν στην περιοχή Απήνσκαγια. Εκεί δουλεύουν για ένα μικρό διάστημα στις πλαντάτσιες. Νέα διλήμματα έρχονται να χωρίσουν και πάλι τους πρόσφυγες, αφού άλλοι αποφασίζουν να φύγουν μια ώρα αρχύτερα για την Ελλάδα κι άλλοι ελπίζουν πως η κατάσταση στη Ρωσία θα εξομαλυνθεί και συνεπώς η παραμονή τους εκεί θα τους εξασφάλιζε ένα καλύτερο μέλλον. Όσοι αποφάσισαν την οριστική τους αποχώρηση από τα εδάφη του Καυκάσου, μετακινήθηκαν προς το λιμάνι του Νοβοροσίσκ, αφού είχαν την ελπίδα πως κάποιο καράβι θα βρεθεί ώστε να τους μεταφέρει στην Ελλάδα. Έτσι φθάνουν στα μέσα Δεκεμβρίου του 1918 στο Νοβοροσίσκ και μετά από σύντομη παραμονή λίγων ημερών επιβιβάζονται στο πλοίο Πατρίς. Την ημέρα των Χριστουγέννων βρίσκονταν ανοιχτά της Σινώπης, ενώ τις πρώτες ημέρες του 1919 αποβιβάζονται στη Θεσσαλονίκη. Η δεύτερη ομάδα με κάρα μετακινήθηκε βορειότερα. Αλλά και αυτή διασπάστηκε με αποτέλεσμα άλλοι να κινηθούν προς το Βλαντικαυκάζ του Κυβερνείου Τερέκ, άλλοι προς την Ανάπα του Κυβερνείου της Μαύρης Θάλασσας, άλλοι στην περιφέρεια Κρασνοντάρ και άλλοι προς το Πότι του Κυβερνείου Κουταΐδας. Η ομάδα που προτίμησε να μείνει στην Ανάπα, παρέμεινε εκεί για δυο περίπου χρόνια, μέχρι το 1920. Στο διάστημα αυτό δούλευαν περιστασιακά, έχοντας συνάμα και τη βοήθεια των πλουσίων Ελλήνων της περιοχής, οι οποίοι καταγόταν από τις περιοχές της Αργυρούπολης και της Τραπεζούντας. Μάλιστα μερικά από τα παιδιά παρακολούθησαν και μαθήματα στο σχολείο. Το 1920 επιβιβάζονται σε πλοίο, συνολικά 6500 χιλιάδες άτομα, με προορισμό την Ελλάδα. Στην Κωνσταντινούπολη αποβιβάζονται και μπαίνουν για ένα μικρό χρονικό διάστημα σε καραντίνα. «Όσοι πέθαιναν εδώ τους έριχναν στους φούρνους και τους έκαιγαν.» Στη συνέχεια πάλι με πλοίο φτάνουν στον Άγιο Γεώργιο του Πειραιά. Κατόπιν διαχωρίστηκαν σε ομάδες: μια απ’ αυτές κατευθύνθηκε προς την Άρτα και το χωριό Κομπότι και η άλλη προς τη Φλώρινα. Όσοι πήγαν στο Κομπότι, δούλευαν εργάτες στα χωράφια ή και σε σπίτια γηγενών, Ελλήνων και Εβραίων, κάνοντας όποιες δουλειές τους έδιναν. Το 1923 μαθαίνουν πως συγχωριανοί τους Γιέιτσαληδες έχουν εγκατασταθεί σε χωριά της Φλώρινας και αποφασίζουν να φύγουν για να ανταμώσουν τους συγγενείς και συγχωριανούς τους. Η άλλη ομάδα κινήθηκε βορειότερα: «Από Τιφλίδα κατεβήκαμε σο Βλαντικαυκάζ έτσι λεγότανε Βλαντικαυκάζ. Και από το Βλαντικαυκάζ επερίμεναμε δύο μήνες κάτω από τα βαγόνια. Σα βαγόνια μέσα, το καλοκαίρι από κάτω (από τα βαγόνια), ήρθε η άνοιξη μας πήρανε… Η πιο μεγάλη (αδερφή) παντρεμένη, όπως φύγαμε στο Βλαντικαυκάζ το ρουσικό, επέθανεν. Επεθάνεν ο κόσμος κάθε μέρα. Δέσποινα, Δέσποινα τη λέγανε.» Ορισμένες οικογένειες έμειναν περισσότερο από ένα χρόνο, δουλεύοντας προκειμένου να εξασφαλίζουν τα προς το ζην. Κατά τη διάρκεια της περιπλάνησής τους στις περιοχές του Καυκάσου πέρα από τις αφάνταστες δυσκολίες, δέχτηκαν και επιθέσεις από ντόπιους πληθυσμούς: «Όλοι κερατάδες∙ κερατάδες, ανθρώποι δεν ήτανε. Αυτοί φορούσανε …, Τσερκέζοι τους λέγανε. Σήκωνανε το γαμσίκ και …, δηλαδή έτρεμες, και πως επρόφτασαν τα παιδία και ειδοποίησαν τον παπάν σο Βλαντικαυκάζ και ήρθεν εκείνος και τους μίλησε και πέρασαμε με τα κάρα.». Όσοι έφτασαν στο Βλαντικαυκάζ, καλοκαίρι του 1918, μετά από παραμονή δύο μηνών, πήγαν στο Κυβερνείο του Κουμπάν. Εκεί σκόρπισαν στις πλαντάτσιες όπου βρήκαν εργασία. Στις πλαντάτσιες έμειναν μέχρι το Μάρτιο του 1922 η μια ομάδα, μέχρι τους καλοκαιρινούς μήνες του 1923 η άλλη, ενώ μια τρίτη ολιγάριθμη ομάδα παρέμεινε στο χωριό Γουρίεφσκι 80 χιλιόμετρα νότια του Κρασνοντάρ (Αικατερινοντάρ). «Πήγαμε στο Κουμπάν. Κάθησαμε σε τσιφλίκια. Εζήνανε καλά σ’ ένα μέρος ας πούμε 10 στρέμματα, 20 στρέμματα, δεν ξέρω καλά, όλο ήτανε περιφραγμένο. Πλαντάτσιες ρουσικά. Καπνά καλλιεργούσαν. Είχανε φτιάξει μία σειρά εδώ μία σειρά εδώ, σκάφες για τα κορίτσια. Έπαιρνανε από είκοσι κορίτσια, δέκα κορίτσια, σεράντα κορίτσια για τα καπνά. Εμείς, μωρά ήμασταν, χύναμε (αφήναμε) καπνά κι εκείνοι φύτευαν από πίσω. Ατώρα όλια έτοιμα είναι, όλια έτοιμα. Ο καθένας από δύο άτομα το δωμάτιο, όλα εκεί μέσα, δουλειές, ωραίες σκάφες, μακρέα, και έμπαινες εκεί μέσα, τα καζάνια έτοιμα γουρεμένα. Δηλαδή πολυτέλεια, ωραία. Οι πλαντατόροι που είχανε το μέρος, ας πούμε, όλοι ήτανε Έλληνες και πέρασαμε καλά. Από κει δεν ξέρω πως έγινε. Κουμπάνσκι Όμπλαστι (λεγόταν η περιοχή). Από κει, μου φαίνεται μ’ αυτά τα κάρα (φύγαμε). »Εκεί καθήσαμε πέντε χρόνια. Και μετά κάπως ήρθεν η σειρά μας, εκείνο δεν το ξέρω, και θα πάμε σην Ελλάδαν. Ούτε ξέρω αν ερώτεσα πού πάμε. Ξερώ ’γω; Η Μάρθα με τον Παντελήν φύγανε νύχτα (Μάρτιο του 1922), εγώ κι η Παρέσσα δεν ήξεραμε και δεν το λέγανε σε μας. Έλεεν ο Παύλον, ο αδερφός μου: ‘Έφυεν η Μάρθα σην Ελλάδαν, τι κάνεις.’ Ούι, η Μάρθα επήεν σην Ελλάδαν κι εμείς θα είμαστε εδώ! Σκοτωνόμαστε κι εκείνε ήρθε σην Ελλάδαν! Από πίσω, πολλά δεν πήγε, ο άντρας της (της Μάρθας) είχεν έναν αδερφόν που ήτανε γραμματισμένος και επήεν σο γραφείον, δούλευε με τους Ρώσους σο γράψιμον. Ας πάμε να κάνουμε χαρτιά για τους υπόλοιπους, πόσοι έμειναν; τρία τέσσερα οικογένειας έμειναν. Να γράφει και να ετοιμάζει και να ξεχνάει τα χαρτιά εκεί πέρα … Μόλις έρχεται στο σπίτι, ζαλίζομαι όταν το λέγω, μόλις έρχεται στο σπίτι και λέει: ’Σκοτώστε με στη στιγμή σας, τώρα σκοτώστε με λέει, τα χαρτιά τα ξέχασα πάνω στο τραπέζι, άμα τα βρίσκουνε θα με σκοτώσουνε.’ Στρατιωτικός νόμος ήτανε. Τι θα κάνουμε; Ήρθανε αμέσως και τον πιάσανε. Πήγανε τους έκλεισανε σε ένα δωμάτιο μέσα. Το πρωί τους άλλους κι αυτόν μαζί πήγανε και τους σκότωσαν. Στρατιωτικός νόμος, η Ρουσία απέσ’ σο χάος. Και κλαίγαμε και κλαίγαμε …». Η ομάδα που προτίμησε να φύγει νωρίτερα από το Κουμπάν (Μάρτιος 1922), κατέφυγε στο λιμάνι του Νοβοροσίσκη (Ναβαρόσια). Η μετακίνηση αυτή έγινε με τα κάρα. Εκεί δε χρειάστηκε να παραμείνουν παρά δυο ημέρες μονάχα. Αφού πούλησαν όποιο περισουσιακό στοιχείο είχαν περισώσει από την προηγούμενη περιπέτειά τους, πλήρωσαν εισιτήριο και μπήκαν στο πλοίο Μιχαήλ Αρχάγγελος. Μετά από ταξίδι επτά ημερών αποβιβάστηκαν στο Καραμπουρνάκι όπου τους περίμενε η καραντίνα. Οι υπόλοιπες οικογένειες έφυγαν από το Κουμπάν, το καλοκαίρι του 1923 και μέσω του λιμανιού του Νοβοροσίσκη κατευθύνθηκαν προς την Ελλάδα. «Στην Κωνσταντινούπολη ήτανε, νομίζω καραντίνα ήτανε. … μας φέρναν γαλέτας, νερόν καθαρόν νερόν δεν είχαμε, θαλασσινόν έπιναμε. Τι έχουμε τραβήξει εμείς, τι έχουμε τραβήξει! Πώς ζήσαμε και ήρθαμε !». Οι οικογένειες Γιαζιτζίδη Δαμιανού και Λαβασίδης που τελικά παρέμειναν στα εδάφη της Σοβιετικής Ένωσης, εγκαταστάθηκαν στο χωριό Γουρίεφσκι 80 χιλιόμετρα νότια του Κρασνοντάρ, ενώ άλλες στο Μαϊκόπ και το Μερετίνσκι. Το χωριό είχε 20.000 κατοίκους, βρισκόταν σε πεδινό μέρος και ήταν αραιοκατοικημένο. Στο χωριό εγκαταστάθηκαν κι άλλες οικογένειες (40 περίπου) από διάφορα χωριά του Καρς, από το Αρτός, τη Λάλογλη καθώς επίσης και τουρκόφωνοι Έλληνες που τους αποκαλούσαν Τούρκουαλούδες. Οι σοβιετικές αρχές παραχώρησαν στους πρόσφυγες μια μεγάλη πεδινή έκταση δασικής γης. Επέτρεψαν τη μερική αποψίλωση του δάσους, προκειμένου να εξασφαλιστεί η απαραίτητη οικοδομική ξυλεία και να προκύψουν εκτάσεις για γεωργικές καλλιέργειες. Έκτισαν σπίτια ξύλινα που εξωτερικά τα σοβάτιζαν. Και εδώ ίσχυσε ο θεσμός της αργατείας. Οι δυσκολίες της εγκατάστασης, ώθησαν τους Έλληνες του χωριού να δουλεύουν ασταμάτητα προκειμένου σύντομα όλες οι ελληνικές οικογένειες να στεγαστούν σε δικό τους σπίτι. Οι σχέσεις τους με τους Ρώσους ήταν πολύ καλές και «… γάλια γάλια έστρωσαν κ’ εκείν’ [οι Ρώσοι] μ’ τ’ εμάς, εγίνουσον χαράν έρχουσαν, έμαθαν και χορεύνε ποντιακά, και τραγώδναν κ’ εποίνανε, πολλοί έμαθαν τα ρωμέικα αέτς και καλάτσευαν ατα κι άλλο καλλίον ας σ’ εμάς.». Στο Γουρίεφσκι όμως πολλοί, οι ασθενέστεροι οργανισμοί αρρώστησαν από ελονοσία και πέθαναν. Έτσι αποφάσισαν οι λίγες οικογένειες των Ελλήνων να μετακινηθούν βορειότερα προς την πόλη Μπιελορετσένσκ. Οικογένειες Γιέιτσαλήδων που εγκαταστάθηκαν εκεί ήταν οι Γιαζιτζίδης, Λαβασίδης και Σεχίδης. Μαζί τους ήρθαν και οι λοιπές οικογένειες Ελλήνων από το Γουρίεφσκι. Στο Μπιελορετσένσκ (Μπέλα) υπήρχε ρωσικό σχολείο, όμως οι γονείς των παιδιών επέμεναν πως έπρεπε να τα στείλουν σε ελληνικό. Το 1935 ιδρύθηκε ελληνικό σχολείο στο χωριό Ρουσέτνι, πέντε χιλιόμετρα νότια του Μπέλα. Στο χωριό αυτό κατοικούσαν οι οικογένειες Πολατίδης, Ασλανίδης και Ματσουκάτοφ. Στο σχολείο δίδασκε ελληνικά ο νεαρός Παναγιώτης (Πάντζον) Σωτηριάδης (καταγωγή από το Αμιρχάν) που έμενε στο χωριό Ιβάνοφκα και ρωσικά ο μεσήλικας Γκιμγιάν Ματσουκάτοφ. Το εβδομαδιαίο πρόγραμμα προέβλεπε 20 ώρες μαθήματα στην ελληνική γλώσσα και 5 ώρες ρωσικά μαθήματα. Τα μαθήματα άρχιζαν στις 9:30 – 10:00 π.μ. επειδή οι μαθητές έρχονταν πεζοπορώντας από χωριά που απείχαν αρκετό δρόμο. Στα ελληνικά ακολουθούσαν τη φωνητική γραφή με 20 γράμματα. «Το ’36 ερχίνεσαν κ’ έρχουσαν τα κακά χαπάρια. Ερχίνεσαν [οι Ρώσοι] ας σα τουρκικά σύνορα από ’φκα, ας σο Γαρς μερέαν, ας σο Τιφλίς, ας σο Βλατικαυκάς, όθεν κεσ’ έλεπαν Ρωμαίον ’πίαναν ατόν. Πολλοί επ’ εκεί [από το Νότιο Καύκασο] εφύγουσαν κ’ έρχουσαν σ’ εμέτερα, ’ς σον Βορράν κι άλλο από κάθεν κιάν’. Έρχουσαν. Ντο; Πιάνε τοι Ρωμαίοις. Και πού πέρν’ ατς και πάνε; Κανείς κι ξέρ’. Γάλια γάλια έρθεν και τ’ εμέτερον η σειρά. Δεκαπέντε ημέρας εκράτεσεν εκείνο [οι συλλήψεις], άμον αέρας έτονε.»
Ο Δαμιανός Γιαζιτζίδης, μηχανοδηγός του υπερσιβηρικού σιδηρόδρομου, συλλαμβάνεται από τις σοβιετικές αρχές στις 11 Ιανουαρίου 1937 και μέσα στις επόμενες ημέρες ακολουθούν συλλήψεις κι άλλων Ελλήνων της περιοχής, πολλοί από τους οποίους εξορίζονται στο Καζαχστάν και τη Σιβηρία. Το Μάρτιο του ’37 πολλές ελληνίδες της περιοχής Κρασνοντάρ, των οποίων οι σύζυγοι είχαν συλληφθεί, συγκεντρώνονται στο ελληνικό προξενείο της Μόσχας. Εκεί βγάζουν διαβατήρια προκειμένου να έρθουν στην Ελλάδα, ενώ ο πρόξενος τις διαβεβαιώνει πως οι σύζυγοί τους, που εντωμεταξύ είχαν συλληφθεί, θα βρεθούν στην Ελλάδα πριν απ’ αυτές. Όμως η έκδοση βίζας από τις σοβιετικές αρχές καθυστερεί και πολλές οικογένειες περίμεναν μέχρι και το 1941. Στο διάστημα αυτό των τεσσάρων χρόνων ήταν διαρκώς έτοιμοι για αναχώρηση με τα πράγματά τους μέσα σε μπαούλα. Στο διάστημα αυτό δεν είχαν καμιά επικοινωνία με τους εξόριστους συζύγους τους, παρά μόνο κάποιες καρτ ποστάλ που έρχονταν ανά αραιά διαστήματα. Μια απ’ αυτές, μάλιστα, έφτασε στο σπίτι του Δαμιανού Γιαζιτζίδη την ημέρα που η οικογένειά του ετοιμαζόταν να φύγει για την Ελλάδα. Η απόφαση όμως για μετανάστευση ήταν αμετάκλητη. Εφτά οικογένειες Ελλήνων (Γιαζιτζίδης, Παταρίδης, Αβραμίδης) από το λιμάνι του Τουαψέ, επιβιβάζονται στο σοβιετικό επιβατηγό πλοίο Λένιν, με δικά τους έξοδα, με προορισμό την Οδησσό. Στην Οδησσό έμειναν μια εβδομάδα, για τελωνειακό έλεγχο. Εκεί αναγκάστηκαν να αγοράσουν διάφορα πράγματα, αφού απαγορεύονταν να βγουν από τη χώρα με ρούβλια. Επιβιβάστηκαν πάλι στο ίδιο καράβι και αφού έκαναν μια στάση στη Βάρνα, αποβιβάστηκαν στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί βρίσκει τις εφτά οικογένειες ένας Έλληνας της Πόλης και τους υπόσχεται ότι θα βρει βαπόρι να φύγουν για την Ελλάδα. Τους επιβιβάζει στο ελληνικό φορτηγό πλοίο Λήμνος ενώ τα πράματα έμειναν στο λιμάνι. Στις 16 Μαρτίου του 1941 αποβιβάστηκαν στον Πειραιά. Το ταξίδι Πόλη – Πειραιάς κράτησε 15 μέρες γιατί ταξίδευαν μόνο νύχτα, επειδή κατά τη διάρκεια της ημέρας η αεροπορία του Άξονα βομβάρδιζε τα πλοία.. Η Γιέιτσα κατοικήθηκε από Τούρκους, τρία χρόνια μετά τη φυγή των Ελλήνων και υπάρχει μέχρι και σήμερα.

17. Η ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Όπως περιγράφηκε παραπάνω, οι Γιέιτσαληδες κατά τις μετακινήσεις τους στα κυβερνεία του Καυκάσου χωρίστηκαν σε ομάδες, με αποτέλεσμα να φτάσουν, η καθεμιά, στην Ελλάδα σε διαφορετικό χρόνο. Όσοι ήρθαν μέσω Βατούμ, αποβιβάστηκαν στο Καραμπουρνάκι της Θεσσαλονίκης, παρέμειναν για λίγους μήνες στην καραντίνα και εν συνεχεία, αφού περιπλανήθηκαν σε διάφορα χωριά, κατέληξαν στην περιοχή Φλώρινας το καλοκαίρι του 1923. Εγκαταστάθηκαν στο χωριό Κολχική σε σπίτια Τούρκων, που εντωμεταξύ είχαν φύγει ως ανταλλάξιμοι. Είχαν όμως παραμείνει στο χωριό κι άλλοι Τούρκοι, οι οποίοι έφυγαν οριστικά τον Ιούλιο του 1924. Όσοι έφυγαν από το Νοβοροσίσκη το Μάρτιο του 1922 με το πλοίο Πατρίς, φτάνοντας στην Ελλάδα αποβιβάστηκαν στον Άγιο Γεώργιο του Πειραιά. Εν συνεχεία πήγαν στην Ανατολική Θράκη, που εντωμεταξύ είχε καταληφθεί από τον ελληνικό στρατό, και εγκαταστάθηκαν στο χωριό Παπάεσκι. Με τη Μικρασιατική Καταστροφή εγκαταλείπουν το χωριό και μετά από περιπλανήσεις, φτάνουν στη Φλώρινα το 1924. Αρκετές από τις οικογένεις αυτές εγκαταστάθηκαν μέσα στην πόλη της Φλώρινας, παίρνοντας γεωργικό κλήρο και οικόπεδα στη συνοικία Καυκάσικα. Η ομάδα που ήρθε στην Ελλάδα το καλοκαίρι του 1923 αποβιβάστηκε αρχικά στον Άγιο Γεώργιο Πειραιά. «Κι από κει ξημερώνοντας, δε θυμάμαι και καλά, ίσα για το Πειραιάν κι απ’ τον Πειραιάν στην Χαλκίδαν, στο Αλιβέρι. Ωραίο μέρος, ωραίο μέρος, μόλις ερχότανε το παπόρ’ από βαθιά, εμείς έλεγαμε: η Καλλιόπη (όνομα πλοίου) έρχεται. Τα ονομαστικά (τα ονόματα των πλοίων). Είχε και άλλα πολλά. Κι έτσι εκεί κατεβήκαμε, ένα χρόνο, τρία χρόνια. Και μετά τρία χρόνια έμαθαμε που είναι οι πατριώτες μας και ήρθαμε. »Τρία χρόνια καθήσαμε σ’ Αλιβέρι. Μας κατεβάσανε στην άκρη της θάλασσας και είχαμε λυριτσήν, από το Αρμενοχώρι που είναι. Μόλις κατεβήκαμε σου λέει, έτσι υποφέρουμε κι έτσι υποφέρουμε. Έβαλεν την λύραν και σκοτώθαμε και χορεύαμε. Εεεε! Εμαζεύτανε οι Χαλκιδιώται και λέει, πρόσφυγες και να παίζνε την λύραν και χορεύνε και ξερώ ’γω! Πώς αυτά τα θυμάμαι! Στο Βλαντικαυκάζ μας πήγανε σο … που λούσκουνταν, σε λουτρά. Μας καθαρίσανε. Αυτός ο Αναστασιάδης τη Λισίκας έμεινε μέσα στη Χαλκίδα στην πολιτεία. Ο μόνος και μόνος δεν έκανε τίποτα, και κείνος πα πέθανε και η γυναίκα του πα πέθανε. Λέμε δηλαδή γιατί δεν έμειναμε σην πολιτεία και τραβήχτηκαμε (σε χωριά). » Το χωριό μας … μάθαμε που είναι οι δικοί μας και ήρθαμε για τους δικούς μας. Ο Συνοικισμός (Εποικισμός) μας έδινε από ένα βόδι, κάτι τέτοια δηλαδή θυμούμαι. Εδώ (στην Κολχική) Τούρκοι ήτανε. Δύο μήνας κάθισανε μαζί μας. Σαν αδέρφια, καλές σχέσεις. Αυτό εδώ οικόπεδο ήτανε. Ο καθένας μετρούσανε και πέρνανε οικόπεδα. Με τον πρόεδρα δηλαδή. Γράψανε τις αποζημιώσεις, εγώ … ο πατέρας μου σην Κριμαία ήτανε, αλλά πήγανε τζάπαν και βερεσέν. Πολλά κόσμος εδώ μέσα, οι χωρικοί, γράφτηκαν την αποζημίωσην και όλοι τα πήρανε. Εμείς δεν είχαμε∙ πέθανεν ο πατέρας μου πέθανεν η μάνα μου επέθαναν τ’ αδέρφια μου, ποιος θα έκανε ενδιαφέρον; Εγώ και συ δουλεύαμε και βγάζαμε το ψωμί μας.» Η οικογένεια Γιαζιτζίδη μετά από εξάμηνη περίπου παραμονή στον Πειραιά και την Αθήνα – με τη βοήθεια του πατριωτικού ιδρύματος - έρχεται στη Φλώρινα και εγκαθίσταται μέσα στην πόλη. Οι οικογένειες από τη Γιέιτσα εγκαταστάθηκαν στο Νομό Φλώρινας ως εξής: στην Κολχική 38 οικ., στο Μεσόκαμπο 1 οικ., στον Τροπαιούχο 52 οικ. και στην πόλη της Φλώρινας 25 οικογένειες.

ΜΝΗΜΕΙΑ ΛΟΓΟΥ
Καταβλήθηκε προσπάθεια, ώστε, τα κείμενα που ακολουθούν να αποδοθούν όπως ακριβώς βρέθηκαν στα δακτυλογραφημένα χειρόγραφα του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών. Διορθώσεις έγιναν μόνο στους ιδιωματικούς φθόγγους, αντικαταστάθηκαν δηλαδή μόνον όσοι φθόγγοι δεν ανταποκρίνονταν στην προφορά της ποντιακής διαλέκτου. Στα κείμενα υπάρχουν λέξεις των οποίων η σημασία δεν προκύπτει από τα συμφραζόμενα. Αυτές παραθέτονται αυτούσιες και υποδηλώνονται με ερωτηματικό.

Χειρόγραφο: Γεώργιος Σεχίδης, Γέιτσα, Φλώρινα 1930, Κ.Μ.Σ. αριθ. χειρ. 131

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ
Ο ΤΣΟΜΑΡΤΣ ΚΑΙ Ο ΧΟΥΖΑΝΤΣ
Έσαν σ έναν χωρίον ένας Τσομιαρτς κι ένας Χουζάντς. Αρ ο Τσομιαρτς πα έσον πολλά Τσομιαρτς κι ο Χουζάντς πα πολλά Χουζάντς. Έναν ημέραν ο Τσομιαρτς είπεν σην γαρήν ατ’: «Γάρη οσόν πόσον θα ζούμε αέτς πάντα εφτωχοί. Για ποίσον κάμποσα κολόθια, θα πάω σην ξενιτείαν.» Ε, η γαρή ατ’ εποίκεν τα κολόθια εσέγκεν ατα σο καλάθ’ και εφορτώθεν ατά ο Τσομιαρτς για να πάει σην ξενιτείαν. Αρ σίτια επένεν σην στράταν είδεν ατον ο Χουζάντς και ετσάιξεν ατόν: «Ε, Τσόμιαρ’ πού θα πας;» «Σην ξενιτείαν θα πάω Χούζαν» είπεν ο Τσομιαρτς. «Αρ στα’ ας έρχουμαι κι εγώ», είπεν ο Χουζάντς, κι αγλήγορα επήεν σο σπίτ’ν ατ’ εσέγκεν απέσ σο καλάθ κουσκούρια κι απάν πα εθέκεν δύο μαύρα ψωμία και έφτασεν τον Τσομιαρ’. Σίτια επέναν σην στράταν, είδαν έναν πεγάδ’ και εκάτσαν να τρώνε. Ατότε ο Χουζάντς είπεν σον Τσομιαρ’: «Τσόμιαρ τρώμε πρώτα τ’ εσά τα ψωμία κι όταν τελείνταν τ’ εσά τρώμε τ’ εμά.» Ο Τσομιαρτς, Θεού άνθρωπος, είπεν: «Ας έν’ αέτς Χούζαν.» Αρ ασού έφαγαν και έπαν νερόν, εσκώθαν εφορτώθαν τα καλάθια κ’ επαίραν την στράταν σο χέρ’. Αφού επήγαν επεεί στράταν, επείνασαν κ’ εκάτσαν να τρώνε. Εξέγκεν ξαν ο Τσομιαρτς τα κολόθια τ’ εκεινού, έφαγαν και εσκώθαν επαίραν την στράταν. Αρ επήγαν επήγαν, ’κι ξέρω κι εγώ πόσον επήγαν, επείνασαν εκάτσαν κα να τρώνε. Ατότε ο Τσομιαρτς είπεν σον Χουζάν: «Χούζαν, ατώρα φέρον ας τρώμε ας σ’ εσά τα κολόθια.» Αρ έγκεν ο Χουζάντς τα δύο μαύρα ψωμία και έφαγαν και εσκώθαν να πάνε σην δουλείαν ατούν. Αλλά ντο τερείς; Σην στράταν σίτια επέναν ο Χουζάντς επέμνεν οπίσ’ και ο Τσομιαρτς εμπροδέβεν ατόν. Αρ πάει ο Τσομιαρτς, όταν κλώσκεται και τερεί, ντο τερείς; Ο Χουζάντς εφέκεν το καλάθ’ν ατ’ και επέρεν την στράταν να πάει σο σπίτ’ν ατ’. «Χουζάν!», ετσάιξεν ο Τσομιαρτς, «Πού πας;» «Αρ αμέτα», είπεν ο Χουζάντς, «εσύ θα πάς χάντς με, εγώ με τ’ εσέν ’κι πάγω.» Επαρακάλεσεν ατόν πολλά ο Τσομιαρτς και δεν ’κ’ εγέντον. Εκλώστεν ο Τσομιαρτς να πάει παίρ’ το καλάθ’ τη Χουζάν με τα ψωμία και πάει σην δουλείαν ατ’. Αλλά ντο τερείς; Απέσ’ σο καλάθ’ έσαν κουσκούρια. Εσκώθεν, εθέκεν το καλάθ’ και επαίρεν την στράταν να πάει ευρίκ’ την τύχην ατ’.  Αρ πάει ο Τσομιαρτς μαναχός˙ σίτια επένεν είδεν από μακρά έναν χαμαιλέτεν. Αρ εποίκεν την ευχήν ατ’ και έσκωσεν ποδάρ’. Σο κιντίν απάν’ έφτασεν σην χαμαιλέτεν. Εσέβεν απέσ’ και κανάν ’κ’ εύρεν. Εκάτσεν κα’ να αναπάεται και ενούντσεν. Αρ ασού ενούντσεν επεείνουμ [επεεί], είπεν εκείνος εκείνον: «Πρέπ’ αδαπέσ’ να μένω απόψ’ και το πρωί σκούμαι πάγω σην δουλεία μ’.» Εσκώθεν ο Τσομιαρτς να τερεί έναν τόπον και κοιμάται. Ελάστεν όλεν την χαμαιλέτεν και είπεν: «Πρέπ’ να εμπαίνω απέσ’ σο αμπάρ’ και κοιμούμαι. Ποιος εξέρ’˙ εμπορεί να έρται κανέναν τσαναβάρ’ και τρώει με.» Ο Τσομιαρτς εσέβεν απέσ’ σ’ αμπάρ’ και επλώθεν να κοιμάται. Όταν ντο τερείς; Ακούει ποδαρέας κι ας σον φόγον ατ’ εγέντον έναν κούστ’ και εσίτωσεν τ’ ωτία τ’ να ακούει καλύτερα. Αρ εσέβεν απέσ’ σην χαμαιλέτεν ένας άρκος, ένας λύκος κι ένας αλεπός και εκάτσαν. Ο άρκον εσκώθεν και είπεν σον αλεπόν: «Άλεπε, αγλήγορα φέρον ξύλα και άψον φωτίαν να χουλείμες». Αλεπός ας σον φόγον ατ’ έγκεν ξύλα κ’ έψεν, και οι τρεί ατούν πα εκάτσαν ολόερα να χουλείνταν. Αρ ασο εχουλέθαν, απλώθαν και ερχίνεσαν να γονουσεύνε. Πρώτον είπεν ο αλεπόν: «Κι αμ ’κ’ εξέρετεν, εγώ έχω αδ’ αφκά σο κατωθύρ’ έναν βέτριαν φουλιρία.» Δεύτερον εσκώθεν και είπεν ο άρκον: «Εσύ αλεπέ έεις έναν βέτραν φουλιρία και χάρεσαι. Κι αμ’ εγώ ’κ’ εξέρτς, έχω έναν ραχίν γομάτον χρυσόν και κανένας ισάνογλους ’κ’ εξέρ’ ατό.» Τρίτον είπεν ο λύκον: «Αχ και πάντα βάχ, ας είχα έναν βούραν φουλιρία και επένα εδίνα ατα τον τσοπάνον τ’ ακεινεθί τη χωρί (και εσκώθεν έδειξεν το χωρίον) και επαίρνα το κιφάλ’ τη μαύρονος γοτσί και επένα ελάρωνα τη βασιλέα το κορίτς και επαίρνα ατέν γαρήν.» Αρ ασού είπαν και οι τρει ατούν πα την αξίαν ατούν, έπεσαν και εκοιμέθαν. Πρωί πρωί εσκώθαν και οι τρει ατούν, ο άρκον, ο λύκον και ο αλεπόν να πάνε λάσκουνταν. Ο Τσομιαρτς απ’ απέσ’ σ’ αμπάρ’ όλια έκσεν. Εξέβεν αγιαβάσα αγιαβάσα, εντώκεν εχάλασεν το κατωθύρ’, επαίρεν την βέτριαν τα φουλιρία και επαίρεν την στράταν σο χέρ’ να πάει σον τσοπάνον. Αρ επήεν εύρεν τον τσοπάνον και είπεν ατόν: «Τσόπανε, πόσον θέλτς να δίγω ’σε και δί’ς με τη μαύρονος τη γοτσί το κιφάλ’;» «Μόνον έναν βούραν φουλιρία», είπεν ο τσοπάνον. «Έπαρ’» είπεν ο Τσομιαρτς. Εδέκεν ατόν και επαίρεν το κιφάλ’, εσέγκεν ατό απέσ’ σην τορπάν ατ’ και επαίρεν την στράταν να πάει σο κορίτς τη βασιλέα. Όταν έφτασεν σο παλάτ’ εντώκεν και εσέβεν απέσ’. Εξέβεν τα σκάλας και επήεν σον βασιλέαν. «Βάσιλεα, η βασιλική σ’ να έν’ καλόν!. Ντο δί’ς με και λαρώνω το κορίτσ-ι- σ’;» Ο βασιλέας ενεστέναξεν: «Αχ πουλί μ’, ας ελάρωνες ατέν μοναχά και η βασιλική μ’ όλεν τ’ εσόν ας έτον.» «Εγώ ’δεν ’κι θέλω», είπεν ο Τσομιαρτς. «Μόνον να δί’ς με σεράντα χιλιαδες εργάτες και πάω αχταρεύω εκείν’ το πέραν το ραχίν.» «Χαλάλι σ’», είπεν ο βασιλέας κι ο Τσομιαρτς αμέσως έβρασεν το κιφάλ’ τη γοτσί και εδέκεν ατό την θυγατέραν ατ’ και τρώει. Αλλά ντο τερείς; Μόλις έφαεν η θυγατέρα το κιφάλ’ ελαρώθεν και εσκώθεν ασό κρεβάτ’. Ο βασιλέας εγκαλιαστεν, εφίλεσεν ατόν και εδέκεν ατόν το μουράτ’ν ατ’.
Ο Τσομιαρτς επαίρεν το μουτάτ’ν ατ’ και επήεν σο ραχίν. Εσέγκεν την δουλείαν ατ’ εμπρός. Έναν μακέλ’ εντούνεν και έναν αραπάν χρυσόν επαίρνεν. Εγόμωσεν τα αραπάδας και έγκεν ατά σο σπίτ’ ατ’. Έχτισεν παλάτια ας ση βασιλέα κι άλλο καλλίον. Και εγέντον πολλά πλούσιος. Αρ ας αφήνουμε τον Τσομιαρ’ και ας έρχουμες σον Χουζάν. Ο Χουζάντς όταν είδεν τα παλάτια το χρυσόν έτρεξεν σον Τσομιαρ’ και είπεν ατόν: «Τσόμιαρ’ πώς εποίκες και έγκες αβούτα τα πλούτη΄» Ρίζα μ’, αέτς πα εποίκα και αλλέως πα εποίκα» και είπεν ατόν ντο εδέβαν σο κιφάλ’ν ατ’. Ο Χουζάντς αμέσως επήεν σην γαρήν ατ’ και είπεν ατέν: «Γάρη, εγώ θα πάω σην ξενιτείαν. Είδες ο Τσομιαρτς ντο έγκεν;» «Αα, Χουζάν, είπεν η γαρή ατ’, εγώ είδα ντο έγκεν ο Τσομιαρτς. Αν έσ’ κι εσύ με τ’ εκείνον και ’κ’ εφύουσ’, ατώρα κι εμείς πα θα έμνες πλούσιοι άμον τον Τσομιαρ’.» «Γάρη, μη στεναχωρεύκεσαι, ο Τσομιαρτς είπε ’με απόθεν επαίρεν ατά. Θα πάω κι εγώ και θα φέρω κι άλλα πολλά ας σον Τσομιαρ’.» Αρ ασού είπεν ατά, επαίρεν την στράταν να πάει ίσα σην χαμαιλέτεν. Σο κιντίν απάν’ ο Χουζάντς εβρέθεν σην χαμαιλέτεν και ελάστεν όλεν να ευρίκ’ έναν αγοίκον μέρος να κοιμάται. Αρ ασού ενούντσεν επεείνουμ [επεεί], είπεν: «Πρέπ’ αφκά σο ολούχ’ να πάγω κοιμούμαι, για να μη ευρίκ’νε ’με τα τσαναβάρια και τρώγνε ’με.» Ατά σίτια ενούνιζεν, έκ’σεν από μακρά ποδαρέας και ο Χουζάντς έτρεξεν κ’ εκρύφτεν αφκά σο ολούχ’. Με κάμποσον καιρόν έρθαν και οι τρει πα: ο άρκον, ο λύκον και ο αλεπόν με τα κιφάλια αφκά σην γην. Μόλις εσέβαν απέσ’ σην χαμαιλέτεν και έψαν άψιμον και εκάτσαν, είπεν ο αλεπόν: «Αχ σύντροφοι κάποιος έσονε εκείν’ την βραδύν αδαπέσ’ και έκσεν όλια ντο είπαμε και το πρωί επαίρεν τα φουλιρία μ’ κι έφυεν. ’Κι τερείτε το κατωθύρ’, έναν φουλιρίν πα ’κ’ εφέκεν.» «Αχ, εσύ τ’ εσά λες αλεπέ κι αμ’ εμέν ’κ’ ερωτάς; Το ραχίν όλεν τάρι – μάρι εποίκαν ατό και έναν πα κούστ’ χρυσόν ’κ’ εφέκαν», είπεν άρκον. «Εε, εσείν τ’ εσέτερα λέτεν κι αμ’ εγώ ντο θα ευτάγω;», είπεν ο λύκον. «Αχ, κάποιος ισάνογλης έσονε αδαπέσ’ και έκσεν ατό ντο είπα και επήεν εγόρασεν το γότσ’ και ελάρωσεν τη βασιλέα το κορίτς.» Αχ, αχ, αχ, είπαν και οι τρει ατούν πα οντάμαν. «Αλέπε, είπεν ο άρκον, εσύ ’λαφρός είσαι, για λάγκεψον και λάστ’ όλεν την χαμαιλέτεν και τέρεν κανέναν ισάνογλην ευρίκ’ς.» Ο αλεπόν ελάγκεψεν απάν’ και ελάστεν όλεν την χαμαιλέτεν και κανάν ’κ’ εύρεν. Αρ επήεν να τερεί και σο ολούχ’. Ο Χουζάντς ο μαύρον ας σον φόγον ατ’ εγέντον έναν κουστόπον. Ο αλεπον εσέβεν αφκά σο ολούχ’ να τερεί. Όταν τερεί, ντο τερείς; ο Χουζάντς πονίεται και δί’ ατον έναν μούσταν. «Ισάνογλης! Ισάνογλης!» ετσάιξεν ο αλεπόν και έφυεν. Ο άρκον και ο λύκον ελάγκεψαν απάν’ όταν έκ’σαν τα τσαΐματα τ’ αλεπού. «Ντο τρέεις άλεπε;» είπαν και οι δυ ατούν πα. «Ισάνογλης έν’ αφκά σο ολούχ’ και εντώκεν με κι έναν μούσταν.» Αμέσως ο άρκον εσέβεν αφκά σο ολούχ’ και έσυρεν και εξέγκεν ατόν απάν’. «Ισάνογλη, ισάνογλη» ετσάιξαν κι οι τρει ατούν. Ο μαύρον ο Χουζάντς εχάσεν τ’ αχούλια τ’, επαλάλωσεν. Ο άρκον επονίεν [;], εδέκεν ατόν έναν μούσταν κι ερούξεν ατόν αφκά και είπεν σον αλεπόν: «Άλεπε, αγλήγορα κόψον και μοίραξον ατόν και το κιφάλ’ν ατ’ δος σον λύκον, τα δύο χέρια ατ’ έπαρ εσύ και τ’ άλλο δος με εμέν, γιατί εμέν εγέντον πολλά ζεμία.» Ο αλεπόν ας σον φόγον ατ’ ίντιαν είπεν ο άρκον εποίκεν. Κι αρ αέτς εκείν’ εκεί κι εμείς αδά. Εμείς ας εκείντ’ς καλλίον είμες.

ΤΗ ΓΙΕΪΤΣΑΣ Ο ΤΑΓΟΥΛΤΣΗΣ ΚΑΙ ΖΟΥΡΝΑΤΣΗΣ
Το 1915 της χρονίας εγέντον κάποιος γάμος σο Αμιρχάν και επειδή ταγουλτζής και ζουρνατζής ’κ’ έσανε σ’ ατό το χωρίον, έστειλαν δυ’ νομάτ’ς να πάνε σην Ζέλετσαν προσκαλούν τον ταγουλτζήν και ζουρνατζήν. Αλλά για να πάνε σην Ζέλετσαν έπρεπεν να διαβαίν’νε απέσ’ ας σην Γέιτσαν. Εκεί εντάμωσεν ατς ο Κλαβάς τη χωρί, ο Τσιάλον, και ερώτεσεν ατς ντο δουλείαν έχ’νε και πάνε αέτς αγλήγορα. «Θείο, είπαν εκείν’, γάμος έν’ σο χωρίον εμούν και έστειλαν εμάς να προσκαλούμε τον ταγουλτζήν και ζουρνατζήν.» «Χα, χα, παλικάρια», είπεν ο Τσιαλον και εγέλασεν. «Εκεί που θα πάτε νεγκάσκουστεν. ’Κ’ εξέρετεν ότι αδαπέσ’ έν’ όλον ο καλόν ταγουλτζής και ζουρνατζής˙ ο Παύλον κι ο αδερφός ατ’ Αναστάης! Αδακέσ’ άμον ατουνούς ’κ’ ευρίουνταν.» Ο Τσιάλον εσέγκεν σο νουν ατ’ να κομπών’ ατς. «Κι -α- θείο, να προσκαλούνε ατουνούς ατζάπα θα πάνε;» είπαν εκείν’. «Πώς ’κι πάνε παλικάρια, είπεν ο Τσιάλον, η τέχνη ατούν έν’. « «Κατί δειξεί’εις μας το σπίτ’ν ατ’;» είπαν εκείν’. «Να εκείν’ το ρδανίν ελέπετεν. Να κι ο Παύλον κιαζινεύκεται εκεί απάν», είπεν και εκεί έδειξεν ατς ο Τσιάλον. «Άτε ατίο θείο, ευχαριστούμε», είπαν εκείν’ και επαίραν την στράταν να πάνε σον Παύλον. «Σο καλόν παλικάρια», είπεν ο Τσιάλον, και μόλις ’κ’ εφάνθαν εκείν’ ο Τσιάλον εφουρκίστεν ας σα γέλια. Αρ επήγαν σο σπίτ’ τη Παύλονος και εύραν ατόν απάν’ σο ρδανίν. «Καλησπέρα θείο», είπαν εκείν’. «Καλώς τα παλικάρια», είπεν ο Παύλον. «Κι -α- θείο γάμος έν’ ’ς σο χωρίον εμούν και προσκαλούμε εσέν και τον αδερφό σ’ τον Αναστάς να πάτε παίζεταν ταγούλ’ και ζουρνάν. «Ευχαριστώ παλικάρια, ας πάμε, η τέχνη εμούν έν’», είπεν ο Παύλον και εγάνεψεν ντο έστειλεν ατς ο Τσιάλον. «Θείο πού έν’ κι ο αδερφός ο Αναστάης», είπεν ο ένας ας εκεινούς. «Αφκάκαικα πελεκά» είπεν ο Παύλον, «δεβάτε πέτ’ ατόν κ’ εκείνον κι ας ετοιμάουμες και πάμε, γιατί την ζουρνάν εκείνος παίζ’.». Αρ ατοίν πα οι μαύροι εκατήβαν ας σο ρδανίν και επήγαν σον Αναστάς. «Καλώς εύραμε ’σε θείο Αναστάς» είπαν εκείν’. «Καλώς τα παιδία μ’.» «Κι -α- θείο αδερφός -ι- σ’ ο Παύλον, είπεν να ετοιμάεσαι και πάμε σο χωρίον εμούν να παί’εις ζουρνάν.» Ο Αναστάης εγέλασεν και είπεν: «Παιδία, εγώ νε ζουρνάν παίζω και νε εξέρω ντο έν’. Κομπώνε ’σας. Ατοίν διαβόλ’ είναι, δεβάτε σο καλόν εσούν.» «Μα θείο», είπαν εκείν’, «αν θα πάτεν, πετέστ’ ατόν μη χασομερούμε αδά. Ας πάμε σην δουλείαν εμούν.» «Γουρπάν εσούν να ίνουμαι˙ για δεβάτε σο χωρίον π’ έστειλαν εσάς. Εγώ ζουρνά ’κι ξέρω», είπεν Αναστάης. Αρ ατοίν οι μαύρ’ επήγαν ξάν’ σον Παύλον. «Μα θείο Παύλε, αδερφός λέει ζουρνάν ’κι ξέρ’!» «Ε, παλικάρια, ’κι θέλ’ να πάει. Σταθέστεν απόψ’ αδά και το πρωί βάλουμ’ ατόν σο ναι και πάμε. Αρ εκείν’ οι μαύρ’ επίστεψαν τον Παύλον και εστάθαν. Ντο να έξερναν ότι ο Παύλον ψέματα λέει ατς. Το πρωί πρωί εσκώθαν να πάνε σο χωρίον ατούν, τεάσι εύραν ταγουλτσήν και ζουρνατσήν. Αλλά ντο τερείς: νια ταγουλτσής και νια ζουρνατσής έσον σο μέσον. Ερώτεσαν που είν’ και έμαθαν ότι ατοίν σύννυχτα σύννυχτα εσκώθαν και επήγαν σο χωράφ’. Εγάνεψαν οι μαύρ’ ότι ατοίν ’δεν ’κι έξερναν, αλλά ψέματα έλεγαν ατς, και εσκώθαν επήγαν σην Ζέλετσαν. Επαίραν τον ταγουλτζήν και ζουρνατζήν τη χωρί και επήγαν σο χωρίον ατούν. Αλλά όταν επήγαν η χαρά σο τελείωμαν απάν’ έσον. Έτρεξαν όλ’ να ερωτούνε ντο έπαθαν και γιατί έργευαν ατόσον. Εκείν’ πα είπαν ατς ντο έπαθαν απέσ’ σην Γιέιτσαν. Μόλις έκ’σαν οι χωρέτ’ Γιέιτσαν, εγάνεψαν ότι ερούξαν ση Παύλονος και ση Τσάλονος το τουζάχ. Αρ αοίκα εποίναν οι Γέιτσαληδες και για τ’ ατό αν κανένας ευρίουσον ας σα ξένα τα χωρία, εφυλάγουσον να μη κομπών’ ατόν και παίζ’ν ατόν κανέναν τουζάχ. Ο ίνας απ’ ατουνούς, ο Τσάλον, ακόμαν ζει και κάθεται σην Φλώριναν.

ΜΟΙΡΟΛΟΙ
(Χορός και συνοδεία λύρας)
Μάνα είδα ’ς σον ουρανόν ολόχρυσον αϊτέν-ι
είδα το κ’ εφοέθα το εθάρρεσα κάτ’ έν-ι
Μάνα είδα πως έστεκα ’ς ση θάλασσας το βάθος
αν ίσως κ’ εξηγήεις ατό χωρίς κανέναν λάθος
Πουλί μ’ ας εξηγήζ’ ατό χωρίς κανέναν λάθος
ολόχρυσον κι ο αϊτέντς το νουσαλού σ’ εχώρτσαν
Μάνα είδα έναν ποτάμ’ θολόν και ματωμένον
μάνα είδα έναν παπόρ’ να στέκ’ απέσ σο μέσον
Μάνα είδα έναν σαντούχ’ εκεί σο μεσογιάνιν
μάνα είδα μαύρον ποχτσάν εκείσον σο κιφάλ-ι μ’
αν ίσως κ’ εξηγήεις ατό χωρίς κανέναν λάθος
Πουλί μ’ ας εξηγήζ’ ατό χωρίς κανέναν λάθος
Το θολωμένον το ποτάμ’ ρακία και κρασία
’Σ σην χαράς ντο θα τρώνε και πίν’νε τα νέικα τα παιδία
Το σαντούχ’ έν’ η προίκα σ’ πουλί μ’ ντο θα λαρούσαι
Ση ποχτσάς το στεφάνωμαν εσύ θα καμαρούσαι
Μάνα αϊτέντς έν’ ο χάρος την ψή μ’ που θα παίρει
Το σαντούχ’ έν’ η κασέλα το λείμψανον θα φέρει
Η ποχτσά έν’ το χώμαν ατό ντο θα σύρ’ απάν-ι μ’
Το θολωμένον το ποτάμ’ είν’ τ’ εσά τα δάκρια
Το παπόρ’ έν’ το σπίτ’ν εμούν ατό ντο θα ματούται
πολλά ’κι πάει θα ίνεται, ατό θα φανερούται

ΜΟΙΡΟΛΟΪ Ο ΜΕΛΛΟΘΑΝΑΤΟΣ
Θεέ μου παντοδύνεμε κατήβα κι έλα κρίσον
αβούτα τ’ εμά τα πόνια σ’ έναν μερέαν ποίσον
Θεέ μου παντοδύναμε φογούμαι θ’ αποχήρω
τον κόσμον όλον να ελεάς κι εμέν τον Παπα-Μύρων
Σο Καρς και σο Σαρίγαμις αδιαφορα βοτάνια
Θεέ μ’ εσύ κατήβασον απ’ ουρανού τ’ αρμάνια
Εγέντον δύο χρόνια απάν-ι μ’ ας ερούξεν
τοχτόρς γιατρός ’κι επέμναν κανείς τιδέν ’κ’ εγράξεν
Τον κόσμον επερίπαιζα κ’ εχάσα την δουλεία μ’
Πονεί η ράχα μ’ το πλευρό μ’ πονεί και η καρδία μ’
τον κόσμον επερίπαιζα κ’ εθάρ’να ’δεν ’κι χάνω
Τώρα έχω τέρτια πολλά νια ζω νια αποθάνω
Τ’ αδέλφια μ’ ας κλαίγ’νε με τα πουλιά μ’ ας τερούνε
Ορφανά θ’ απομέν’νε ατά φογούμαι θα πεινούν’νε
Κι εσύ ποπαδία μου μη κλαις ’με μη πονείς ’με
Ότι κακόν εποίκα ’σε εσύ να συχωράς ’με
Άγγελον κι ο διαβολον τον άνθρωπον λασκίζ’νε
Όντας θα παίρν’νε την ψην ατ’ τον άνθρωπον τυρρανίζ’νε
Τη Πόλης και το έπαρμαν γραμμένον σα βιβλία
Τον βασιλέαν φαίνεται δευτέρα παρουσία

Η ΛΗΣΤΕΙΑ ΤΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ ΚΑΡΣ ΚΑΙ ΣΑΡΙΓΑΜΙΣ
Και τούρκικα τα χορτάρια πως λέν’ ατά και ότι
’Σ σο Γιαγμπασάν κάθεν κεκά εσόεψαν το πόστι
Τα βούργουνια ετίζεψαν κ’ εποίκαν άμον πόρταν
Και-ν αρ εκεί ανάμεσα εσέγκανε την πόσταν
Τη ποσταλίων η καρδία αμόν κερίν ελύεν
Σκύλ’ παιδία ντο τερείτεν και-ν η Πόστα επήεν
Τη Πόστας τ’ έναν τ’ άλογον ’ς σο μίαν εσκοτώθεν
Και ο καημένος και-ν ο Σάββας και σ’ αυτό εκομπώθεν
Ασέτινον πα έλεεν τ’ ανοιγάρια ’κι δίγω
Η ψή μ’ σ’ ατουνούς χαλάλ’ έν’ και ’γω ποστάν ’κι δίγω
Ο Λάλογλης ο Θόδωρον ερούξεν σην κανάβαν
Απέσ’ σο ποτάμ’ ετέρνεν και-ν αρ ατός τον Σάββαν
Ο Γιέλκιατσιατζλης ο Σάββας ’ς ατόν εκιβιανεύτεν
Την μολυβέαν έφαεν κι ατός ετιαβιρεύτεν
Για δώστε ’με έναν κοντύλ’ θα γράφ’ α’ απάν’ σην πλάκαν
Για δώστε εσείς έναν χαπάρ’ την αδερφή μ’ την Μάρθαν
Για δώστε ’με έναν κοντύλ’ θα γράφ’ α’ απάν’ σην κόλλαν
Για δώστε εσείς έναν χαπάρ’ τον γαμπρό μ’ τον Νικόλαν
Την αδελφή μ’ δώστε χαπάρ’ τα στούδια μ’ να σερεύει
Ας ση γατσιρί τα στόματα κ’ εμέν ας γουρταρεύει
Ο λάλογλης ο Θόδωρον ψέματα εσκοτώθεν
Αμόν ντ’ έφυγαν οι κλεφτάντ’ ελάγκεψεν κ’ εσκώθεν
’Σ σον ουρανόν δύο άστρια και δύο τιαριαζία
Λελεύω τον γολκόβνικον π’ ελάστεν τα γιαζία
Ση Μουχκηρεάν που επήγαν οι κλέφτοι εβραδιασταν
Κυριακή και το πρωί και αρ ατοίν επιάσταν

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΚΡΙΤΑ
Ακρίτα τα πουλία κελαηδούν και λέν’ Ακρίτας θ’ αποθάν’
Ακούγει ατό κι ο Ακρίτας μου χαμογελά και λέει
Ατά είναι μικρά και παλαλά ο νους ατούν ’κι κόφτει
Όταν τερεί το πέραν κιαν’ ο χάρον κατηβαίνει
Έσυρεν την σαΐταν ατ’ κ’ ετσάρτεψεν τον χάρον
Χάρε μ’ πού πας κι είσαι χαρούμενος;
Ακρίτα ’ς εσέν έρχουμαι και είμαι χαρούμενος
Ας δίγω ’σε χάρε μου μάλαμα κι όσον ντο θέλτς ασήμιν
Εμέν αδά που έστειλεν αοίκα ’κι ζητά ’με
Εμέν αδά που έστειλεν την ψυχήν ατ’ να παίρω
Μάνα βάλεν έναν κρεβάτ’ θανατικόν κρεβάτ’
Βάλεν ’ς σο γιάνι μ’ τσιτσέκια κι απάν-ι-μ’ μανουσάκια
Μάνα βάλεν ’σον τάφον μου, μάνα βάλεν εικόνα
Βάλε τον Άγιον Γεώργιον και τον Άγιον Νικόλαν
Μάνα άφ’ς ’ς σον τάφον μου, άφ’ς τρία παραθύρια
’Σ έναν να εμπαίν’ η αυγή κι ας άλλο η ανατολή
Ας σο τρίτον το καλύτερον να εμπαίν’ η καλή μ’

Χειρόγραφο: Σιδηρόπουλος Αθανάσιος, Τραγούδια της Γέιτσας, Φλώρινα 1930, αριθ. χειρ. 137

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
Οι Τούρκ’ όντας εκούρσευαν την Πόλ’ την Ρωμανίαν
επάτνανε τα εκκλησιάς κ’ επαίρναν τα εικόνας
Επαίρνανε χρυσά σταυρά κι αργυρά μαστραπάδας
Επαίρναν και την μάναν μου ’ς εμέν έμποδος έτον
’Σ σα σίδερα κοιλοπονά ’ς σην φυλακήν γεννά ’με
επήεν και εποίκεν ’με ’ς σ’ Αμίραλη ’ς σα σκάλας
Αμίραλης με επέρπαξεν με τα χρυσά τεγνούνια
Αμίραλης με επεσλέεψεν με το μέλ’ και το γάλαν
Αμίραλης με έθρεψεν με τ’ αρνίτσας το κρέας
Σα φανερά ταντάνιζεν σα κρυφά διαρμενεύει
Υιέ μ’ αν ζεις και αν γίνεσαι ’ς σην Ρουμανίαν φύγον
Εκεί έεις κύρ Ανδρόνικον κι αδελφόν Ξανθίνον
Ετράνυνεν κ’ εκάλυνεν κ’ αιχμάλωτος επήεν
Ει, ουρανέ μ’ χαμέλυνον και άστρα μ’ κάτ’ ελάτεν
Και δείξον ’με φεγγάροπον τη Ρουμανί την στράταν
Κι ο ουρανόν χαμέλυνεν και τ’ άστρα κά’ πα έρθαν
Κι ατόνανε εδείξανε τη Ρούμανι την στράταν
Τ’ απάν’ η στράτα τούρκικο τη μέσ’ έν’ ρωμέικον
Και όλον ατό τ’ αφκακέσ’ παγεί ’ς σην Ρουμανίαν
Επήεν και ετσάτεψεν κύρ με τον υιόν-ι
Ο κύρης εκοιμότανε και ο υιός εξύπνα
Καλημερίζ’ καλημερίζ’ καλημερίαν ’κι δί’ει
Εβγάλνε τα μαχαίρια ’τουν να κρούνε τ’ έναν τ’ άλλο
Τσακούνταν τα μαχαίρια ’τουν και ’κ’ επορούν να κρούνε
Εβγάλνε τα κοντάρια ’τουν να κρούνε τ’ έναν τ’ άλλο
Τσακούνταν τα κοντάρια ’τουν και ’κ’ επορούν να κρούνε
Έρθαν κ’ ετμάενεψαν θα κρούν’ και τα μούστας
Κι ας πολλά το ντόσιμον εγνέφσεν και ο κύρης
Ε στα’ υιέ μ’ καλέ υιέ μ’ κι ατόν ας ερωρούμεν
Τα γονικά τ’ τα πατρικά τ’ ατός απ’ όθεν έν-ι
Εξέρτς όντας εκούρσευαν την Πόλ’ την Ρουμανίαν
Επάτνανε τα εκκλησιάς κ’ επαίρναν τα εικόνας
Επαίρνανε χρυσά σταυρά κι αργυρά μαστραπάδας
Επαίρναν και την μάναν μου ’ς εμέν έμποδος έτον
’Σ σα σίδερα κοιλοπονά ’ς σην φυλακήν γεννά ’με
επήεν και εποίκεν ’με ’ς σ’ Αμίραλη ’ς σα σκάλας
Αμίραλης με επέρπαξεν με τα χρυσά τεγκούνια
Αμίραλης με επεσλέεψεν με το μέλ’ και με το γάλαν
Αμίραλης με έθρεψεν με τ’ αρνίτσας το κρέας
Σα φανερά ταντένεζεν σα κρυφά διαρμενεύει
Υιέ μ’ αν ζεις και αν γίνεσαι ’ς σην Ρουμανίαν φύγον
Εκεί έεις κύρ Ανδρόνικον κι αδελφόν Ξανθίνον
Ξένε μ’ εσύ καθώς ομοιά’εις τ’ εμόν γεράκι είσαι
Θεέ μ’ κι ας εκατήβαζες κι ας βουνόν φουσάτο
Μήτε λίγο μήτε πολλά σαράντα χιλιάδες
Τον λόγον ατ’ κάσ’ τελείωσεν φουσάτο κατηβαίνει
Μήτε λίγο μήτε πολλά σαράντα χιλιάδες
Όθεν χτυπά Ανδρόνικον το αίμα ούς την γόναν
Κι όθεν χτυπά ο Ξάνθινον το αίμα ούς την μέσεν
Κι όθεν χτυπά ο αιχμάλωτος το αίμα ούς την γούλαν
Οπίσ’ οπίσ’ Αμίραλη κι εγώ εσέν μη κρούω
Εσέν αν θα κρούω σε θα λένε έν’ φονέας
Κι εσέν αν ’κι κρούω σε θα λένε εφοέθεν
Κάλλιον να λένε εφοέθεν κι εγώ εσέν μη κρούω
----------------
Έρθεν ο Τούρκον ο κακόν κ’ εγόνεψεν ’ς σην χώραν
τα πλάγια Τούρκ’ς εγόμωσεν τα λίβαδια Λεβέντες
Καλώς καλώς τουρκόπουλε, καλώς κ’ απ’ όθεν έρθες
Κι αν έρθες για φαϊν ποτίν ’γω σε φαγοποτίζω
Κι αν έρθες για συντέκνιαν, ’σεν σύντεκνον ευτάγω
Κι αν έρθες για τον πόλεμον έβγα ας πολεμούμε
Εσύ εβγάλτ’ς γυμνά σπαθιά κι εγώ βγάλω κοντάρια
Εσύ εβγάλτ’ς γενίτσαρον κι εγώ βγάλω κοράσια
’Σα έμπατ’ς χίλτς εσκότωσεν ’σα έβγα δυο χιλιάδες
Και ’ς σα κλωθογυρίσματα ενοίγαν τα κουμπίτσια τ’ς
Κ’ εφάνθαν τα χρυσά μαλλια τ’ς τα λινοσκεπασμένα
Κι ο σκύλον ο γενίτσαρον ψιλήν φωνήν εβγάλει
Γυναίκικος ο πόλεμος γυναίκικος ο κούρσος
Γυναίκικον έν’ το σπαθίν ντο κόφτ’ τα παλικάρια
----------
Ο Γιάννες κι ο Μονόγιαννες κι ο μοναχόν ο Γιάννες
ο Γιάννες επεπίρνιξεν και σο πεγάδ’ επήεν
Εκτύπεσεν την μαστραπάν κ’ εγνέφιξεν τον Γιάννεν;;;
Καλώς καλώς το πρόγευμα μ’ καλώς το δεδινάρι μ’
Καλώς ντο τρώγω και πεινώ και κείμαι και κοιμούμαι
Άφ’ς με δράκε μ’ άφ’σ-ι με, τέσσερα πέντε ημέρας
Ας πάγω ελέπω τ’ οργανά μ’ διατάχκουμαι την χόραν
Επήεν ο Γιάννες κ’ έργεψεν κι ο δράκον εθερρέθεν
Κι όντας τερεί το πέραν κιάν ο Γιάννες κατηβαίνει
Κι άλλο από πίσ’ ο κύρτ’ς ατού τα τέρτια φορτωμένος
Κι άλλο από πίσ’ η μάνα του κακούλια αχ’πάν και έρται
Κι άλλο από πίσ’ τ’ αδέλφια του κλαίνε κι ατά σκοτούνταν
Κι άλλο από πίσ’ η κάλη του μαντηλοπαίζ’ και έρται
Καλώς καλώς το πρόγευμα μ’ καλώς το δεδινάρι μ’
Καλώς ντο τρώγω και πεινώ και κείμαι και κοιμούμαι
Χαρά μ’ να έν’ το πρόγευμα σ’ γουρζούλ το δεδινάρι σ’
Χαρά μ’ να έν’ ο ύπνος σου ντο κείσαι και κοιμάσαι
Κόρη ’μ για πέει τα γονικά σ’ τα πατρικά σ’ απ’ όθεν
Ο κύρη μ’ ας σον ουρανόν κι η μάνα μ’ ας σα λίβια
Τ’ αδέλφια μ’ αστράφτνε και βροντούν κι εγώ τους δράκους τρώγω
Σαράντα έχω δρακόδοντα ’ς ση κουνί μ’ ’ς σην καμάραν
Κρούγω και παίρω και τ’ εσόν κι ευτάγω σαράντα ένα
Σαράντα έχω δρακόποστια ’ς ση κουνί μ’ ’ς σην κάμαραν
Κρούγω και παίρω και τ’ εσόν κι ευτάγω σαράντα ένα
Οπίσ’ κορή μ’ οπίσ’ κορή μ’ χαλάλτ’ς να έν’ ο Γιάννες
----------
Είνας βουνός κι είνας αϊτέντ’ς και τρεις καγτανωμένοι
Επαίρανε ρακίν κρασίν να τρώνε και πίν’νε
Είνας επαραέπιεν κ’ εμέθυσεν κ’ επέμνεν
Κ’ άλλος είχεν αγάπ’ ’ς σα μακρά κ’ εσάσεψεν κ’ επέμνεν
Κ’ άλλος επαραγέρασεν κ’ ετσακοφτερουγίστεν
Μη κλαίτε ατόν π’ εμέθυσεν απομεθά και σκούται
Μη κλαίτε ατόν π’ εσάσεψεν αποσασεύ και πάει
Κλαψέστε ατόν π’ εγέρασεν κ’ ετσακοφτερουγίστεν
----------
Εγώ τινάν εγάπανα κρατούν να πάνε θάφτ’νε
Εγώ ατέν ’κι θάφτ’ ατέν να τρώει ατέν το χώμαν
Απάν’ η γης ’ κι αφήν’ ατέν να καίει ατέν ο ήλον
Παίρω ας σην Πόλ’ μάστοραν κι ασό Μισίρ εργάτεν
Κι ας Κωνσταντινούπολην πέτραν πελεκεμένον
Κτίζω εγώ τον τάφον ατ’ς τρία παραθυρίτσια
’Σ σ’ έναν να κάμ’ ανατολή, ’ς σ’ άλλο αυγή κι ημέρα
’Σ σο τρίτον ’ς σο μικρότερον να κάμ’ τη κόρ’ς εγάπη
----------
Εσέβα ’ς σ’ έναν την οτάν έτον γομάτον χώμαν
Εσέβα ’ς σ’ άλλο ’ς σην οτάν έτον γομάτον στούδια
Εσέβα ’ς σ’ άλλο ’ς σην οτάν η κόρ’ απέσ’ κοιμάται
Λαλώ ατέν και ’κι λαλεί, λάμπει σαν λάμπ’ ο ήλον
Κλίσκουμαι και φιλώ ατέν ’ς σο μάτια και ’ς σο φρύδια
Η δύναμη μ’ ’ς σα γόνατα τ’ς κι ατέ λαγγεύ’ και σκούται
Ντ’ έθελ’νες ’με χόρας υιέ χορέ και κουρσεμένε;
Κ’ εφέκα και τ’ αρνόπο μου ’ς ση πεθερά μ’ τα χέρια
Εφέκα και τον ήλε μου ’ς ση χώρας τα κοράσια
Χρόνον να τρως το κάστανον, δύο το λεφτοκάριν
----------
Αϊτέντ’ς επεριπέτανεν ψηλά ’ς σα επουράνια
’ς ση κάρτζα του εκράτνεν παλικαρί βραχιόνας
Αϊτέ μ’ για δος με ασό κρατείς για πέει με όθεν κείνταν
Ασό κρατώ ’κι δίγω ’σε ας λέγω σε πού κείνταν
Ακεί ’ς σο πέραν τα ραχά φραγκόπουλα εσκότωσεν
και σκοτωμένοι κείνταν
’κ’ έχ’νε μάναν να κλαίγ’ν ατά κύρ’ να πονισκούνταν
’κ’ έχ’νε αδέλφια σπλαγχνικά να κλαίγνε από καρδίας

ΑΙΝΙΓΜΑΤΑ
Ο ουρανόν με τ’ άστρια και οι σαλτάτ’ με τα μετάξια
(οι παπάδες και η εκκλησία)
Εντζιερί γαπαχλίν ’ς σ’ ολόερα σατσαχλίν
(τα μάτια)
Κατζιαπίτσικον αιγίδ’ κατζιαπίτσικα φορτούσαι
(το κουτάλι)
Εντζερέ χαλαεμένον τα τσιλίδια φορτωμένον
(ο ουρανός με τα άστρα)
Τα χτουπάς κορτόπον δέρμαν έχ’,και μαλλίν ’κ’ έχ’, αποχασμούται και ψήν ’κ’ έχ’
(το φυσερό)
Στέκ’ καντήλαν ’ς σο ραχίν και λαλεί κι αντιλαλεί
Ντο λαλείς κι αντιλαλείς
Πόνον έχω ’ς σο τσιτσί μ’ και λαλώ κι αντιλαλώ
(η καμπάνα με το κωδωνοστάσιο)
Μάνα μάνα μελωδία και μελιδοκοσαΐδα
Κι ανάβαρα και κούβουρα και Ζωή κι Αναστασία
Το δίφυλλον το τρίφυλλον ντο πάγ’ ’ς σην πόλ’ και έρται
Κάτ’ ερωτά η θάλασσα βοά η Τραπεζούντα
(το βαπόρι)

ΑΝΕΚΔΟΤΟ
(Μάρθα Πετίδου)
«’Σο Καραμασλί έσονε, αδακά ’ς σην Ανατολικήν Θράκην. Η ’Ναστασία έσονε και η Ποινίκα τ’ εμέτερον, επήγανε ’ς σο Παπάεσκι. Είπεν ατς ο γιος ατς να κόφτνε ένα δύο σταφύλια να τρώνε. Ο γουρουχτσής είδεν ατς και ετσάιξεν: «Θα σας σπάσω τα κόκκαλα!» Η ’Ναστασία λέ’ ιατέν: «Ποινίκα θα έρτε τσακών’ τα κάκκαλα ’μουν, εθαρρεί αγούρ’ είμες».

Απαγγέλει η Μάρθα Πετίδου
Τη Γέιτσας τα ραχία, αγιάδας και φιλίτσια
πασκίμ ντο έρθαμε ’ς σην χαράν, έρθαμε ’ς σα κορίτσια
-----
Τερέστ’ ατα τερέστ’ ατά, τα σειραλαεμένα
τ’ άλλα είν’ ακομάν μικρά, τ’ άλλα σουμαδεμένα

ΓΛΩΣΣΑΡΙ
α(γ)ιατ’ το, ουσ. [< τουρκ. hayat] = προθάλαμος σπιτιού σκεπαστός εξώστης ανοιχτός εμπρός από την είσοδο του σπιτιού (βεράντα), σκεπαστό πλακόστρωτο της αυλής.
αγούλ’ το, ουσ. (το ου προφέρεται όπως το τουρκικό ı, σαν μισό α) = περίφραξη με πέτρες.
αδιαφορα τα, επιθ. = ανώφελα.
αμέτα επιφων. Κλητ. [< αρχ. ουσ. γαμέτης = άνδρας, σύζυγος] = βρε, καλέ, ρε, καημένε, κλητική προσφώνηση προς πρόσωπο οποιουδήποτε γένους.
απάγκαικα επιρ. [< επιρ. απάν’ = επάνω το συνδ. και και προσφ. κά’<κάτω] = με άρθρο το σημαίνει το παραπάνω κείμενο.
αποχήρω ρημ. [< πον. αποχερίζω] = χάνω τη δυνατότητα να βοηθηθώ.
αρμάνια τα, ουσ. [< τουρκ. arma] = σχοινιά πλοίου.
ατζάπα μορ. ερωτ. [< αραβ. adjaba] = άραγε, τάχα.
αχταρεύω ρημ. [< τουρκ. aktarmak] = σκάβω, σκαλίζω.
αχύρια τα, ουσ. [< αρχ. ουσ. άχυρον] = άχυρα.
βάλουμ’ ατόν σο ναι – βάλ’ ατόν ’ς σο ναι = τον πείθω.
βέτρια η, ουσ. [< ρωσ. vetro] = κουβάς.
βούρα η, ουσ. [< μεσ. βέρα <βενετ. vera] = χούφτα.
βούργουνια και φουργούνια τα, ουσ. [< γαλλ. furgon ] = μεγάλα τετράτροχα κάρα.
γαγγρούμαι ρημ. = παραλύω, γίνομαι ισχνός.
γάζαρμα η, ουσ. = στρατώνας
γαλάδας τα, ουσ. = πυραμοειδείς θημωνιές.
Γαράτσαϊρ (τοπωνύμιο)το [< τουρκ. kara = μαύρο + τουρκ. çayir = λιβάδι] = μαύρο λιβάδι.
γατσίρα και γάτσιρας = γύπας.
γιαζίν το, ουσ. = πεδινή έκταση, πεδιάδα.
γιουκλούκ’ το, ουσ, = ντουλάπα τοίχου ανοιχτή για στρώματα και παπλώματα.
γοτσ’ το, ουσ. [< τουρκ. koç] = κριάρι.
γουνουσεύνε γ΄ πληθ. αορ. του ρήμ. γουνουσεύω [< τουρκ. konuşmak] = μιλάω, συνομιλώ.
γουρζούλ’ το, ουσ. = δηλητηριασμένο φαγητό
γουρπάν το, ουσ. [< τουρκ. kurban] = θυσία.
εσάσεψαν γ΄πληθ. αόρ. του ρημ. σασεύω [< τουρκ. şaşmak] = απόρησα, έμεινα έκπληκτος
εσίτωσαν γ΄πληθ. αορ. του ρημ. σιτώνων = τεντώνω τ’ αυτιά
εγάνεψεν γ΄ενικ. αόρ. του ρημ. γανεύω [< τουρκ. kanmak] = καταλαβαίνω, πείθομαι, πιστεύω.
έγκεν γ΄ενικ. αορ. του ρήμ. φέρω = φέρω.
εγνέφ’σεν γ΄ ενικ. αορ. του ρήμ. γνεφίζω = ξυπνάω.
εγόνεψεν γ΄ενικ. αόρ. του ρήμ. γονεύω και κονεύω [< τουρκ. konmak] = καταλύω σε κατάλυμα.
εγουρτάρευαν γ΄ πληθ. αόρ. του ρήμ γουρταρεύω [< τουρκ. kurtarmak] = γλιτώνω, ελευθερώνω, απαλλάσσω.
εκιβιανεύτεν γ΄ ενικ. αορ. του ρήμ. κιβιανεύκουμαι [< τουρκ. güvenmek] = εμπιστεύομαι, βασίζομαι.
ελάρωνεν γ΄ ενικ. αορ. του ρήμ. λαρώνω [< μεταγ. ιλαρώ] = γιατρεύω.
ελάστεν γ΄ ενικ. αορ. του ρήμ. λάσκουμαι ρημ. [< αρχ. αλάομαι] = περιφέρομαι, κάνω περίπατο.
έμποδος η, επίθ. [< αρχ. έμπαις] = έγκυος.
εντώκεν γ΄ ενικ. αορ. του ρήμ. κρούω = κτυπώ.
Εξ’ Κοτανόν (τοπωνύμιο) το, [< αριθ. έξι και κοτάν’] = Επειδή το λιβάδι αυτό ήταν χέρσο και το έδαφός του ήταν αρκετά σκληρό, έλεγαν πως χρειάζονται έξι άροτρα για να οργωθεί.
εξέγκεν γ΄ ενικ. αορ. του ρημ. ’βγάλλω ή εβγάλλω [< αρχ. εκβάλλω] = βγάζω.
επεσλιαεψεν γ΄ ενικ. αορ. του ρήμ. πεσλιαεύω [< τουρκ. beslemek] = ανατρέφω.
επεείνουμ - επεεί επιρ. = αρκετά.
επεπίρνιξεν γ΄ ενικ. αορ. του ρήμ. περνίζω [< αρχ. περώ] = περνώ απέναντι, συνήθως στην αντίπερα όχθη ποταμού ║ εννοώ, καταλαβαίνω.
επέρπαξεν γ΄ ενικ. αορ. του ρήμ. αρπάζω = αρπάζω.
εποίνεν γ΄ ενικ. αορ. του ρήμ. ευτά(γ)ω [< μεσ. Ευθειάζω < παλ. ευθειάω] = κάνω.
εσόεψαν γ΄ ενικ. του ρήμ. σοεύω [< τουρκ. soymak] = ληστεύω.
ετιαβιρεύτεν γ΄ ενικ. του ρήμ. τιαβιρεύκουμαι [< τουρκ. devırmek] = αναποδογυρίζομαι, ανατρέπομαι.
ετσάιξεν γ΄ ενικ. του ρήμ. τσαΐζω (ονοματοποιημένο) = φωνάζω, κραυγάζω.
ετσάρτεψεν γ΄ ενικ. του ρήμ. τσαρτεύω [< τουρκ. saçmak] = σκορπίζω.
ετσιντσινιαουσαν γ΄ πληθ. του ρήμ. τσιντσινί(γ)ουμαι (ονοματοποιημένο) = γλιστράω, κατολισθαίνω.
ετίζεψαν γ΄ πληθ. του ρήμ. τιζεύω [< τουρκ. dizmek] = βάζω στη σειρά, ταξιθετώ.
ετμάενεψαν γ΄ πληθ. [πιθανόν <τουρκ. tamamlamak < αράβ. tamam] = συμπληρώνω, τελειοποιώ.
εφουρκίστεν γ΄ ενικ. του ρήμ. φουρκί(γ)ουμαι [< λατιν. furca = αγχόνη] = πνίγομαι.
ισάνογλους ο, ουσ. [< τουρκ. insan] = άνθρωπος.
κιαζινεύκεται γ΄ ενικ. του ρήμ. κιαζινεύκουμαι [
κακούλια = οι τρίχες των κροτάφων.
κανάβαν = αυλάκι.
κατζιαπίτσικον το, ουσ. [ πιθανόν < πον. κατσώνω = συμπηκνούμαι] = συμπυκνωμένο, δυσκίνητο.
κατικάρ’ το, ουσ. = το χώμα που έριχναν πάνω στη στέγη (ρδανίν).
Κεμέρ - καγιά (τοπωνύμιο) το [< τουρκ. kemer = ζώνη + kaya = βράχος]
κιντσίτ’ γιαγλούν το, ουσ. = είδος βουτύρου
κιντίν το, ουσ. [< τουρκ. ikindi] = δειλινό.
κλιβιαν’ το, ουσ. [< αρχ. κλίβανος] = κυλινδρική εστία σκαμένη στο πάτωμα.
κομπών’ γ΄ ενικ. του ρήμ. κομπώνω = εξαπατώ, ξεγελώ.
κοσ – κοσ = κραυγές για την απομάκρυνση των γυπαετών.
κουσκούρια τα, πληθ. του κουσκούρ’ το, ουσ. = αποξηραμένη κοπριά βοοειδών σε σχήμα πλίνθου που χρησιμεύει ως καύσιμη ύλη.
κούστ’ το, ουσ. = σβόλος.
κυλίντρ’ το, ουσ. = πέτρινος κύλινδρος με τον οποίο καταπατούσαν τις χωματοσκεπές.
κωσσούς γεν. του κωσσού η, ουσ. [< αρχ. κλώσσω] = κλώσσα.
Μαζάρκα το, ουσ. = ξύλινη προέκταση του κάρου, ώστε να γίνεται μεγαλύτερη η επιφάνεια φόρτωσης.
μακέλ’ το, ουσ. [< αρχ. = μάκελλα] = σκαπάνη – αξίνα, κασμάς.
μασχαρείας τα, γεν. του μασχαρεία η, ουσ. = αστειότητα.
μαχότ’ το, ουσ. = είδος υφάσματος.
Μισίρ το, ουσ. [< αραβ. Misir] = Αίγυπτος.
μουράτ’ το, ουσ. [< αραβ. murrad] = επιθυμία.
μούστα η, ουσ. [τουρκ. muşta] = γροθιά.
Μωμοέρια τα, πληθ. του μωμό(γ)ερος ο, ουσ. [< αρχ. μώμος + γέρος] = εσχατόγηρος ║ο μεταμφιεσμένος για τις θεατρικές παραστάσεις του Δωδεκαήμερου (Καλαντόφωτα).
νια διαζευκτ. σύνδ. [< αραβ. ne = ούτε] = συνδέει αρνητικά κατά παράταξη δυο ή περισσότερες λέξεις ή εκφράσεις: Νια είδα νια έκ’σα.
’νεγκάσκουστεν β΄πληθ. του ρήμ. ’νεγκάσκουμαι [< αρχ. αναγκάζω] = κουράζομαι.
νομάτ’ς οι, ουσ. [< από ονόματα – ονομάτων] = άτομα, πρόσωπα.
νουσαλούς ο, ουσ. [< τουρκ. nişanlı] = αρραβωνιαστικός.
ολούχ’ το, ουσ. [< τουρκ. oluk] = λούκι, υδροσωλήνας.
ορμάν το, ουσ. [< τουρκ. orman] = δάσος.
ορμίν το, ουσ. [< αρχ. αμάρτ. ρυμίον < ρύμη] = μικρό ποτάμι, ρυάκι, ρέμα.
οσπίτ’ το, ουσ. [< λατιν. hospitim] = σπίτι. Στον Πόντο αλλά και στο Καρς ο όρος οσπίτ’ αντιστοιχούσε στον κεντρικό χώρο της κατοικίας στον οποίο γινόταν και οι περισσότερες δραστηριότητες.
πασμαλούχ’ το, ουσ. [< τουρκ. basma] = πεπιεσμένη κοπριά με επίπεδη επιφάνεια.
παΐρ το, ουσ. [< τουρκ. bayır] =πλαγιά, άδεντρη κατωφέρεια βουνού.
παρα(γ)ιαδες οι, πληθ. του ουσ. παρα(γ)ιας ο [< πρόθ. παρά και ουσ. υιός] = παραγιός. Στο κείμενο ο αμοιβόμενος υπάλληλος.
παραστάρια τα, πληθ. του ουσ. παραστάρ’ [< παραστάδιν < παραστάς] = παραστάρι πόρτας.
παρχάρια τα, πληθ. του ουσ. παρχάρ’ το [< πιθ. από το παραχώριον] = θερινό βοσκοτόπι σε ορεινό μέρος, αλλά και τόπος παραθερισμού.
πεγάδ’ το, ουσ. [< μεσ. ουσ. πηγάδιν <αμάρτ. πηγάδιον υποκορ. του αρχ. πηγή] = βρύση
πεκιάδας τα, πληθ. του ουσ. πεκιά η = ξύλινο κρεβάτι στερεωμένο κατά μήκος του τοίχου.
περβόλια τα, πληθ. του ουσ. περβόλ’ το [< αρχ. περίβολος < περιβάλλω] = τοίχος.
πιρπιρίμια τα, πληθ. του ουσ. πιρπιρίμ’ [< τουρκ. pirpirim] = το φυτό γλιστρίδα (κοιν. αντράκλα). Φυτρώνει στους λαχανόκηπους και τρώγεται ωμό σαλάτα ή και τουρσί (στύπα).
’πονίεται, γ΄ ενικ. του ρήμ. απονοίουμαι = απλώνω το χέρι ή το πόδι για να πάρω φόρα όταν θέλω να χτυπήσω κάποιον, «επονοία κ’ εδώκα ’τον έναν απέσ’ ’ς σο στόμαν».
πόστ’ το, ουσ. [< περσ. post] = δέρμα.
ποσταλίων τη, γεν. πληθ. του ουσ. ποστάλτ’ς ο [< ιταλ. posta] = ο ταχυδρόμος.
πουλούλια τα, πληθ. του ουσ. πουλούλ’ = πιθάρι
ποχτσά η, ουσ. [< τουρκ. bohça] = μπόγος. Εδώ με την έννοια χοντρού υφάσματος που κάλυπτε τους ώμους και το κεφάλι (σάλι).
σάγκα η, ουσ. = έλκυθρο.
σαλτάτ’ οι, πληθ. του ουσ. σαλτάτον ο [< ρώσ. soldat] = στρατιώτης.
σερεύει γ΄ενικ. του ρήμ. σερεύω [< αρχ. οωρεύω] = μαζεύω, συλλέγω.
σίτια επίρ. [< από την έκφραση εις όταν] = καθώς, όταν ║ενώ.
σουρούχα τα, πληθ. του ουσ. σουρούχ’ το [< τουρκ. sırık] = κοντάρι.
στουλάρια τα, πληθ. του ουσ. στουλάρ’ το [< μεταγ. ουσ. στυλάριον] =στύλος που υποβαστάζει τη στέγη.
τιαάδας τα, πληθ. του ουσ. τιαά = θημωνιά
ταβά η, ουσ. [< τουρκ. tavan] = ταβάνι.
ταλάχ’ το, ουσ. [< τουρκ. dalak] = η σπλήνα.
τιαριαζία τα, πληθ. του ουσ. τιαριαζή η [< περσ. terazou] = ζυγαριά
ταρέζ’ το, ουσ. [< γαλλ. etagere] = ράφι (σανίδα κατά μήκος του τοίχου).
Τασ – καγιά (τοπωνύμιο) το [< τουρκ. taş = βράχος, πέτρα + kaya = βράχος].
τεάσι και τεά μόριο [< τουρκ. deyü] = δήθεν, τάχα.
τερτζάβα η, θηλ. του ουσ. τερζής ο [< τουρκ. terzi] = μοδίστρα.
Τισλιαγγούν (τοπωνύμιο) το [< τουρκ. tıslamak = γογγύζω από την κούραση].
τορπά η, ουσ. [< τουρκ. torba] = ο σάκκος, το σακκίδιο.
τουζάχ το, ουσ. [< τουρκ. duzak] = η παγίδα.
τσαγούλια τα, πληθ. του ουσ. τσαγούλ’ το [< τουρκ. çakıl] = μικρό χαλίκι.
τσαΐματα τα, πληθ. του ουσ. τσάιγμαν το [< πον. ρήμ. τσαΐζω] = κραυγή, φωνή.
τσαμπάζος ο, ουσ. [< τουρκ. cambaz] = ο ζωέμπορος ║ο πανούργος
τσαναβάρ’ το, ουσ. [< τουρκ. canavar] = άγριο θηρίο σαρκοφάγο.
τσαρτάχα τα, πληθ. ουσ. τσαρτάχ’ το [< τουρκ.çardak] = μικρή καλύβα από κλαδιά με φυλλώματα. Συνήθως η καλύβα αυτή χρησίμευε και ως τόπος ξεκούρασης αφού μπορούσε κανείς να αναπαυθεί ξαπλώνοντας στη σκια. Συνεκδοχικά σήμαινε και το κρεβάτι.
Τσατ’ (τοπωνύμιο) το [< πον. τσατεύω = συναντώ < τουρκ. çatmak] = το σημείο όπου γίνεται η συνάντηση.
τσιλίδια τα, πληθ. του ουσ. τσιλίδ’ = το αναμμένο κάρβουνο.
τσιτσέκια τα, πληθ. του ουσ. τσιτσέκ’ το [< τουρκ. çiçek] = λουλούδι.
τσόβια τα, πληθ. του τσόβ’ ουσ. = ψιλά κομμάτια ξύλου.
Τσομιαρτς ο, ουσ. [< τουρκ. çömez] = υποτακτικός, υπηρέτης συνήθως κληρικών.
τσουχούρ το, ουσ. [< τουρκ. çukur] = η λακκούβα.
φορκάλια τα, πληθ. του ουσ. φορκάλ’ [< μεσ. φιλοκάλιν < αρχ. φιλοκαλία] = η σκούπα.
χαλαεμένον το, ουσ. [< ουσ. χαλαή < τουρκ. kalay] = το γανωμένο, κασσιτερώμενο.
χαμαιλέτε η, ουσ.. [< αρχ. επίρ. χαμαί και ουσ. αλέτης] = ο νερόμυλος.
χαντζοκράτ’ το, ουσ. [< πον. χαντζεύω = καψαλίζω, περικαίω και κρατώ] = ο σιδερένιος τρίποδας της εστίας, πυροστιά (συν. εμπροστία).
χοσάφ’ το, ουσ. [< περσ. hochab] = η κομπόστα.
χόρα η, ουσ. [< αρχ. αρσ. χήρος] = η χήρα.
Χουζάντς ο, ουσ. [< τουρκ. kızan] = το παιδί, το παλλικάρι, το παιδί φτωχής οικογένειας
χουλείμες α΄πληθ. του ρήμ. χουλείμαι [< επίθ. χλöς] = ζεσταίνομαι

ΠΗΓΕΣ - ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Συνεντεύξεις δόθηκαν από:
Γιαζιτζίδης Γεώργιος, γεννηθείς στο χωριό Γουρίεφσκι της περιφέρειας Κρασνοντάρ το 1924, φοίτησε σε ρωσικό και ελληνικό σχολείο
Λαβασίδου Ειρήνη (το γένος Πεντερίδου) γεννηθείς στη Γέιτσα το 1908, απόφοιτη της δεύτερης τάξης του εκκλησιαστικού σχολείου της Γιέιτσας
Πετίδου Μάρθα (το γένος Πεντερίδου) γεννηθείς στη Γέιτσα το 1898, απόφοιτη του εκκλησιαστικού σχολείου της Γιέιτσας
Σεχίδης Κων/νος του Γεωργίου γεννηθείς το 1910 στη Γέιτσα, εγγονός τη Χατζηπάνονος, πήγε μόνο προκαταρκτική τάξη

Ανέκδοτα χειρόγραφα Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών
Κ.Μ.Σ. [υλικό προφορικής παράδοσης], φάκελος ΕΡ1, υποφάκελος ΕΡ1β Καρς – Ελληνικά χωριά
Κυνηγόπουλος Κων/νος, Ιστορία της ελληνικής κοινότητας Μπεζιρκιάν – Κετζίτ του Καρς, ως και η αιτία της εκριζώσεως των 81 ελληνικών κοινοτήτων του Νομού Καρς και εγκαταστάσεώς των εις Ελλάδα, χφ. Κ.Μ.Σ., Θεσ/νίκη 1961, αριθ. χειρ. 140
Σεχίδης Γεώργιος, Γέιτσα, χφ. Κ.Μ.Σ., Φλώρινα 1930, αριθ. χειρ. 131
Σιδηρόπουλος Αθανάσιος, Τραγούδια της Γέιτσας, Φλώρινα 1930, αριθ. χειρ. 137

Βιβλιογραφία
Γρηγοριάδης Γεώργιος, Ο Πόντος και το Καρς, Αθήνα 1973
Γρηγοριάδης Γεώργιος, Οι Πόντιοι του Καυκάσου, Θεσ/νίκη 1957
Καζταρίδης Ιωάννη, Η "Έξοδος" των Ελλήνων του Καρς της Αρμενίας (1919-21), Αφοί Κυριακίδη, Θεσ/νίκη 1996
Κανδηλάπτης Γεώργιος (Κάνις), «Γεωγραφικόν και ιστορικόν λεξικόν επαρχίας Χαλδίας», Χρονικά του Πόντου, τευχ. 15–16
Κοσκοσίδης Ηλίας – Κατικαρίδης Αλκιβιάδης, Λαογραφία της κοινότητος Κολχικής Φλώρινας, χφ. (δακτ.), Κολχική 1968 (ανέκδοτο χειρόγραφο της πρώην Κοινότητας Κολχικής)
Μαυρογένης Στυλιανός, Το Κυβερνείον Καρς του Αντικαυκάσου (Κάρσκαγια Όμπλαστ) και το εν αυτώ ελληνικόν στοιχείον κατά την περίοδον 1878-1920, Ε.Λ.Θ., Θεσ/νίκη 1963
Ξανθοπούλου-Κυριακού Άρτεμις, «Μεταναστεύσεις Ελλήνων στον Καύκασο (19ος αι.)», Δελτίο.Κ.Μ.Σ., τ. 10ος
Παπαδόπουλος Δημήτριος, «Λεξιλόγιον της περιφέρειας του χωριού Σταυρίν», Αρχείον Πόντου, τ. 14ος
Παπαδόπουλος Σάββας, Λοαγραφικά Καρακούρτ., τ. 3ος
Πελαγίδης Ευστάθιος, Η αποκατάσταση των προσφύγων στη Δυτική Μακεδονία (1923-1930), Αφοι Κυριακίδη, Θεσ/νίκη 1994
Τριανταφυλλίδης Περικλής, Η εν Πόντω ελληνική φυλή ήτοι τα ποντικά, Αθήνα 1866, φωτ. ανατ. Αφοι Κυριακίδη, Θεσ/νικη 1993
Χασιώτης Ι.Κ. (επιμ.), Ο Ελληνισμός της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ένωσης, Μετοικεσίες και Εκτοπισμοί - Οργάνωση και Ιδεολογία, University Press Studio, Θεσσαλονίκη 1997

Εκφράζω δια της παρούσας ανάρτησης πάλιν και πολλάκις τις θερμές και ολοκάρδιες ευχές και ευχαριστίες μου στον εκπαιδευτικό κ. Ιωάννη Νικ. Κασκαμανίδη για την αποστολή των εργασιών του προς δημοσίευση στο www.kotsari.com. Βασίλειος Β. Πολατίδης 

Pin It

Print

Add comment


Security code
Refresh

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ