Το χωρίον Φυσερά. Βιλαέτι και Σαντζάκι Τραπεζούντος, Καζάς Πλατάνων.

Written by Πολατίδης Βασίλειος. Posted in Πόλεις - Περιοχές - Οικισμοί - Χωριά

Φυσερά,Φισερά,Φυσερέτες,Φυσερέτ’,Έλληνες,Πόντου,καυκάσου,Ρωμαίοι,Ρωμαίικα,πλάτανα,Ερμώνασσα,Akçaabat,ΜπογάζΚαγιά,καραπτάλ,Ζιαρέτ,Καλάνεμα,χάσκα,ΜπογάΤεπέ,Καλετζούκ,Τόνια,Θοανία,Tonya,Αχαντά,Πλάτανα,Ασόρ,Καλλιερά,Καλλιγερά,Καλογεννά,Καρτσέα,Καρτζέα,Μυρσίνη,μερσίνη,Στρουκί,στρουκιά,Φιζ,Φραγκουλάντων,Καλάνημα,καλάνεμα,Μακρυαινή,Τσαβανά,Χαρακά,Χάψη,Χολομάνα,Μουλά,Μουτσουρά,Χάτζκεϊ,Χόρωβη,Χόροβα,Χτημένο,Χτήμαινα,Χάτζκα,Χάσκα,Σταυρός,Γουρζουλάς,Παπάρζα,Κεσιδαίοι,Μούζενα,Κουτουλά,Τσομιάκ’ς,Πουγαρίδης,Πάντζο,Παρμακσίζ,πουγαρούνΑλή,Πουγαριδαίοι,στέβος,τεβόρ’,ξεραντέρ,χωνός,Σοχούμι,παρχάρια,κιντέας,κιντέατα,Μεζιρέδες,ΚιαούρΟπαση,Αναπαυτέρ’,Σαμάλερα,ΚρύοΝερό,Λιμναία,Διπόταμος,ΜεγάλοΠαρχάρ’,Ξιμπιλάγκια,σμιλάγκια,Θομάντες,θομάρ’,Σέρα,Πυρρίχειος,Τικ,Τρυγώνα,ΑργόνΟμάλ’,ΓοργόνΟμάλ’,μητερίτσα,Μάισσες,Τζεζούδες,Διαβόλ’,Περήδες,χορτλάχ’,Hortlak,ποντιόφωνοι,Σελιανίτικα,Πολυπλάτανο,Φλώρινας,Κολχική, Καρς,Πλησέβιτσα,ΠλέσεβαΗ πλήρης ονομασία του χωριού είναι Φυσερά. Στις πηγές απαντάται με δυο μορφές: α) Φυσερά και β) Φισερά, καθώς και με δύο άρθρα: α) η και β) το. Η ονομασία ετυμολογείται από το αρχαίο ουσιαστικό φύσα = πνοή, φύσημα και την κατάληξη –ερά. Ως εκ τούτου, καθίσταται επικρατέστερη η πρώτη ονομασία. Ο κάτοικος του χωριού λεγόταν Φυσερέτες (πληθ. οι Φυσερέτ’). Ως προσδιοριστικό της εθνικότητάς τους οι κάτοικοι του χωριού, όπως και όλοι οι Έλληνες του Πόντου και του Καυκάσου, χρησιμοποιούσαν τη λέξη Ρωμαίοι, Ρωμαίοι είμες. Τη διάλεκτό τους την ονόμαζαν Ρωμαίικα.

Παρακολουθείστε το πρώτο μέρος του αφιερωματικού μου βίντεο

Φυσερά,Φισερά,Φυσερέτες,Φυσερέτ’,Έλληνες,Πόντου,καυκάσου,Ρωμαίοι,Ρωμαίικα,πλάτανα,Ερμώνασσα,Akçaabat,ΜπογάζΚαγιά,καραπτάλ,Ζιαρέτ,Καλάνεμα,χάσκα,ΜπογάΤεπέ,Καλετζούκ,Τόνια,Θοανία,Tonya,Αχαντά,Πλάτανα,Ασόρ,Καλλιερά,Καλλιγερά,Καλογεννά,Καρτσέα,Καρτζέα,Μυρσίνη,μερσίνη,Στρουκί,στρουκιά,Φιζ,Φραγκουλάντων,Καλάνημα,καλάνεμα,Μακρυαινή,Τσαβανά,Χαρακά,Χάψη,Χολομάνα,Μουλά,Μουτσουρά,Χάτζκεϊ,Χόρωβη,Χόροβα,Χτημένο,Χτήμαινα,Χάτζκα,Χάσκα,Σταυρός,Γουρζουλάς,Παπάρζα,Κεσιδαίοι,Μούζενα,Κουτουλά,Τσομιάκ’ς,Πουγαρίδης,Πάντζο,Παρμακσίζ,πουγαρούνΑλή,Πουγαριδαίοι,στέβος,τεβόρ’,ξεραντέρ,χωνός,Σοχούμι,παρχάρια,κιντέας,κιντέατα,Μεζιρέδες,ΚιαούρΟπαση,Αναπαυτέρ’,Σαμάλερα,ΚρύοΝερό,Λιμναία,Διπόταμος,ΜεγάλοΠαρχάρ’,Ξιμπιλάγκια,σμιλάγκια,Θομάντες,θομάρ’,Σέρα,Πυρρίχειος,Τικ,Τρυγώνα,ΑργόνΟμάλ’,ΓοργόνΟμάλ’,μητερίτσα,Μάισσες,Τζεζούδες,Διαβόλ’,Περήδες,χορτλάχ’,Hortlak,ποντιόφωνοι,Σελιανίτικα,Πολυπλάτανο,Φλώρινας,Κολχική, Καρς,Πλησέβιτσα,ΠλέσεβαΠρόκειται για χωριό με μικτό πληθυσμό, Έλληνες και Τούρκους, που κατοικούσαν σε δυο συνοικίες, μια ελληνική και μια τουρκική. Βρισκόταν ανάμεσα στην Τραπεζούντα και τα Πλάτανα (αρχ. Ερμώνασσα, τουρκ. Akçaabat) σε απόσταση μερικών χιλιομέτρων νοτιοδυτικά της Τραπεζούντας και νότια των Πλατάνων. Ήταν χτισμένο σε μια πλαγιά του Μπογάζ Καγιά, ύψωμα του όρους Καραπτάλ. Άλλο κοντινό βουνό ήταν το Ζιαρέτ. Δίπλα από τα τελευταία σπίτια του χωριού περνούσε ο ποταμός Καλάνεμα, που πήγαζε νοτιότερα κοντά στο χωριό Χάσκα. Για να περνούν από τη μία συνοικία στην άλλη χρησιμοποιούσαν μια ξύλινη γέφυρα που ένωνε τις δυο όχθες. Ψηλότερα, από το όρος Μπογά Τεπέ ή Καλετζούκ (μικρό φρούριο), κατέβαινε ο ποταμός Κάζερα, παραπόταμος του Καλάνεμα, καθώς και μικρά ποταμάκια με αρκετά νερά από την περιοχή της Τόνιας (αρχ. Θοανία, τουρκ. Tonya). Τα νερά των παραποτάμων έπεφταν στον Καλάνεμα μετά τη Φυσερά. Άλλο μεγάλο ποτάμι της περιοχής ήταν το Αχαντά. Στα βόρεια του χωριού υπήρχαν υψώματα, κι έτσι από το χωριό δεν φαινόταν η Μαύρη Θάλασσα. Για να μεταβεί κανείς στη Φυσερά, από τον παραλιακό δρόμο Τραπεζούντας – Πλατάνων (15 χμ.) και λίγο πριν τα Πλάτανα, κατευθυνόταν νότια παίρνοντας το δρόμο που ήταν παράλληλος με τον ποταμό Καλάνεμα. Η Φυσερά απείχε 15 χιλιόμετρα από τα Πλάτανα, τρεις – τέσσερις ώρες με τα πόδια και από την Τραπεζούντα 5-6 ώρες. Στην περιφέρεια Πλατάνων ανήκαν τα εξής ελληνικά ή μικτά, με Έλληνες και Τούρκους, χωριά: Πλάτανα, Ασόρ, Καλλιερά ή Καλλιγερά, Καλογεννά, Καρτσέα ή Καρτζέα, Μυρσίνη ή Μερσίνη, Στρουκί ή Στρουκιά, Φιζ και Φραγκουλάντων. Άλλα κοντινά ελληνικά χωριά ήταν: Καλάνημα ή Καλάνεμα, Μακρυαινή, Τσαβανά, Χαρακά, Χάψη και Χολομάνα. Κοντινά τούρκικα χωριά ήταν τα εξής: Μουλά, Μουτσουρά σε απόσταση πέντε χμ. βορειοανατολικά, Χάτζκεϊ τρία χμ. δυτικά, Χόρωβη ή Χόροβα πέντε χμ. και Χτημένο ή Χτήμαινα. Το Χάτζκεϊ ή Χάτζκα ή Χάσκα πριν το 1461 ήταν ελληνικό χωριό με την ονομασία Σταυρός. Οι κάτοικοι των χωριών αυτών ήταν απόγονοι εξισλαμισμένων Ελλήνων. Σημειώνονται και τα τοπωνύμια Καγκέλια και Κάζερα, χωρίς να προσδιορίζονται τοπικά, καθώς και η τοποθεσία Μααζία όπου στάθμευαν καθ’ οδόν προς τα βοσκοτόπια. Το κλίμα της περιοχής χαρακτηρίζεται από τις ήπιες θερμοκρασίες, τις πολλές βροχοπτώσεις, το σύντομο χειμώνα με λίγα χιόνια και το δροσερό καλοκαίρι. Το σχετικά μικρό υψόμετρο του χωριού, δεν επηρέαζε σημαντικά τις κλιματολογικές συνθήκες. Το χωριό υπαγόταν στο Βιλαέτι Τραπεζούντας, στο Σαντζάκι Τραπεζούντας και Στον Καζά Πλατάνων. Είχε κοινότητα, με έδρα στην τουρκική συνοικία. Η ελληνική συνοικία εκπροσωπούνταν από τον πάρεδρο. Πάρεδροι διετέλεσαν οι πιο δραστήριοι του χωριού, μεταξύ των οποίων και ο ιερέας Κωνσταντίνος Σιδηρόπουλος, ο οποίος δραστηριοποιούνταν σε όλες τις υποθέσεις του χωριού και εκπροσωπούσε τους συγχωριανούς του στα δικαστήρια των Πλατάνων. Είχε διασωθεί στη μνήμη των κατοίκων πως παλαιότερα το χωριό κατοικούνταν από 300 οικογένειες. Ήταν χωρισμένο σε δυο ενορίες: του Αγίου Γεωργίου και του Αγίου Κωνσταντίνου. Την κατάληψη της Τραπεζούντας το 1461 από τους Τούρκους, ακολούθησαν βίαιοι εξισλαμισμοί, διώξεις και εξανδραποδισμοί του χριστιανικού στοιχείου της περιοχής. Η Φυσερά υπέστη τις συνέπειες, με αποτέλεσμα να αποδεκατιστεί ο πληθυσμός της και να συρρικνωθεί ο οικισμός. Μια άλλη αιτία για την δραστική μείωση του πληθυσμού ήταν η πανούκλα (Γουρζουλάς) που ενέσκηψε στο χωριό, στα χρόνια που ακολούθησαν την κατάληψη της Τραπεζούντας. Τα εδάφη της παλιάς Φυσεράς, ανήκαν – πριν το Ξεριζωμό – στα χωριά Μουλά, Μουτσουρά, Χέτζικα, Χόροβα και Χτήμαινα, Οι Φυσερέτ’ καλλιεργώντας τα χωράφια τους, τύχαινε πολλές φορές να βρίσκουν παλιά αντικείμενα, κομμάτια κεραμιδιών, λαξευμένες πέτρες, κ.ά. Βρέθηκαν επίσης και παλιά νομίσματα τα οποία ο Κωνσταντίνος Πουγαρίδης (έφτιαχνε ξυλόγλυπτα) παρέδωσε στη Μητρόπολη Τραπεζούντας. Χαρακτηριστικό είναι επίσης και το παρακάτω περιστατικό: Μια γυναίκα θερίζοντας χόρτο κοντά σε ένα μεγάλο βράχο, λίγο μακρύτερα από το χωριό, βρήκε ένα λαγήνι όλο χρυσά και φορτώνοντάς το στην πλάτη, το μετέφερε στο σπίτι της. Ο πατέρας της είχε εμπορικό κατάστημα υφασμάτων στην Τραπεζούντα και ξόδεψε τα χρυσά για να επεκτείνει τις δουλειές του.   Παρακολουθείστε το δεύτερο μέρος του αφιερώματός μου στο χωρόν Φυσερά
Πριν το 1845 το χωριό είχε 40 ελληνικές και τουρκικές οικογένειες, όμως κατόπιν εποικίσθηκε με οικογένειες που ήρθαν από τα χωριά Παπάρζα (οι Κεσιδαίοι), Μούζενα (5 οικ.) και Κουτουλά (5 οικ.). Πριν το Ξεριζωμό είχε 60 ελληνικές οικογένειες, 350 περίπου άτομα και 50 τουρκικές. Οι σχέσεις μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων ήταν πολύ καλές. Άλλωστε οι Τούρκοι του χωριού ήταν απόγονοι εξισλαμισμένων Ελλήνων και συμμετείχαν σε όλες τις θρησκευτικές δραστηριότητες των χριστιανών συγχωριανών τους. Αναλυτικά οι Έλληνες κατοικούσαν: σε 3 σπίτια Δαμιανιδαίοι, 4 σπίτια Κεσιδαίοι, 4 Κοσμιδαίοι, 4 Κουσιδαίοι, 5 Κωνσταντινιδαίοι (παλιό επώνυμο Χιονίδης), 4 Λιθοξοϊδαίοι (Ταχτσόγλη), 2 Νοτιδαίοι, 1 Ποζίδης, 6 Πουγαριδαίοι, 1 Σαββίδης, 1 Σελεμίδης, 6 σπίτια Σιδηροπουλαίοι και 1 σπίτι Συμεωνίδης. Στο χωριό κατοικούσαν και 13 Ρώσοι, που έμειναν στην περιοχή μετά τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1877 - 78. Οι 10 από αυτούς παντρεύτηκαν τουρκάλες και εξισλαμίστηκαν, ενώ οι 3 παντρεύτηκαν ελληνίδες και έμειναν στην ελληνική συνοικία. Όλοι οι κάτοικοι, Έλληνες και Τούρκοι, μιλούσαν την ποντιακή διάλεκτο και την τουρκική γλώσσα. Φυσερά,Φισερά,Φυσερέτες,Φυσερέτ’,Έλληνες,Πόντου,καυκάσου,Ρωμαίοι,Ρωμαίικα,πλάτανα,Ερμώνασσα,Akçaabat,ΜπογάζΚαγιά,καραπτάλ,Ζιαρέτ,Καλάνεμα,χάσκα,ΜπογάΤεπέ,Καλετζούκ,Τόνια,Θοανία,Tonya,Αχαντά,Πλάτανα,Ασόρ,Καλλιερά,Καλλιγερά,Καλογεννά,Καρτσέα,Καρτζέα,Μυρσίνη,μερσίνη,Στρουκί,στρουκιά,Φιζ,Φραγκουλάντων,Καλάνημα,καλάνεμα,Μακρυαινή,Τσαβανά,Χαρακά,Χάψη,Χολομάνα,Μουλά,Μουτσουρά,Χάτζκεϊ,Χόρωβη,Χόροβα,Χτημένο,Χτήμαινα,Χάτζκα,Χάσκα,Σταυρός,Γουρζουλάς,Παπάρζα,Κεσιδαίοι,Μούζενα,Κουτουλά,Τσομιάκ’ς,Πουγαρίδης,Πάντζο,Παρμακσίζ,πουγαρούνΑλή,Πουγαριδαίοι,στέβος,τεβόρ’,ξεραντέρ,χωνός,Σοχούμι,παρχάρια,κιντέας,κιντέατα,Μεζιρέδες,ΚιαούρΟπαση,Αναπαυτέρ’,Σαμάλερα,ΚρύοΝερό,Λιμναία,Διπόταμος,ΜεγάλοΠαρχάρ’,Ξιμπιλάγκια,σμιλάγκια,Θομάντες,θομάρ’,Σέρα,Πυρρίχειος,Τικ,Τρυγώνα,ΑργόνΟμάλ’,ΓοργόνΟμάλ’,μητερίτσα,Μάισσες,Τζεζούδες,Διαβόλ’,Περήδες,χορτλάχ’,Hortlak,ποντιόφωνοι,Σελιανίτικα,Πολυπλάτανο,Φλώρινας,Κολχική, Καρς,Πλησέβιτσα,ΠλέσεβαΣτην άκρη της ελληνικής συνοικίας (μαχαλάς) και προς την τουρκική, βρισκόταν ο παλιός ναός του Αγίου Γεωργίου, χτισμένος από πελεκητή πέτρα και στέγη αποτελούμενη από λίθινες πλάκες. Ήταν από τους παλαιότερους ναούς της δυτικής περιφέρειας Τραπεζούντας και το χτίσιμό του ανάγεται στα βυζαντινά χρόνια (12ος – 13ος αι.). Ήταν σταυροειδής με τρούλο και το εσωτερικό του ήταν διακοσμημένο με αγιογραφίες. Την παλιά εκκλησία του Αγίου Γεωργίου συνόδευε κι ένας θρύλος. Λεγόταν πως η παλιά Εκκλησιαστική Επιτροπή - το 1880 περίπου - είχε κρύψει πάνω από το υπέρθυρο της κεντρικής εισόδου έναν θησαυρό. Η ύπαρξη του θησαυρού οδήγησε εκεί χρυσοθήρες, οι οποίοι τον πήραν κι έτσι τα τελευταία χρόνια οι κάτοικοι διηγούνταν το χρονικό αυτής της υπόθεσης. Υπάρχει και σχετικός θρύλος που συνοδεύει το χαμένο αυτό θησαυρό. Στα χέρια Ρωμιών της Κωνσταντινούπολης είχε πέσει ένα σχέδιο – χάρτης . (Στην Πόλη υπήρχαν και πολλοί Φυσερέτες και ενδεχομένως η ύπαρξη θησαυρού στη Φυσερά να γνωστοποιήθηκε μέσω αυτών.) Ήρθαν ένα βράδυ στο χωριό δυο καβαλάρηδες και πήγαν στον ιερέα του χωριού. "Θα σας δώσουμε" είπαν "χόρτα για τα ζώα σας και αφήστε μας να μείνουμε μέσα στην παλιά εκκλησία." Το πρωί έφυγαν χωρίς να χαιρετήσουν κανέναν και αυτό κίνησε την περιέργεια των χωρικών. Όταν πήγαν στην εκκλησία, είδαν πως επάνω από την κεντρική είσοδο ήταν σκαμμένος ο τοίχος και υπέθεσαν πως εκεί υπήρχε λαγήνι με λίρες, το οποίο πήραν οι επισκέπτες. Η εκκλησία του χωριού ήταν των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. Βρισκόταν στο κέντρο του χωριού, δίπλα στο σχολείο, όπως άλλωστε συνήθιζαν σε όλα σχεδόν τα ελληνικά χωριά του Πόντου. Ιερέας τα τελευταία χρόνια πριν το Ξεριζωμό ήταν ο Κωνσταντίνος Σιδηρόπουλος και ο γιος του Γεώργιος Σιδηρόπουλος.
Φυσερά,Φισερά,Φυσερέτες,Φυσερέτ’,Έλληνες,Πόντου,καυκάσου,Ρωμαίοι,Ρωμαίικα,πλάτανα,Ερμώνασσα,Akçaabat,ΜπογάζΚαγιά,καραπτάλ,Ζιαρέτ,Καλάνεμα,χάσκα,ΜπογάΤεπέ,Καλετζούκ,Τόνια,Θοανία,Tonya,Αχαντά,Πλάτανα,Ασόρ,Καλλιερά,Καλλιγερά,Καλογεννά,Καρτσέα,Καρτζέα,Μυρσίνη,μερσίνη,Στρουκί,στρουκιά,Φιζ,Φραγκουλάντων,Καλάνημα,καλάνεμα,Μακρυαινή,Τσαβανά,Χαρακά,Χάψη,Χολομάνα,Μουλά,Μουτσουρά,Χάτζκεϊ,Χόρωβη,Χόροβα,Χτημένο,Χτήμαινα,Χάτζκα,Χάσκα,Σταυρός,Γουρζουλάς,Παπάρζα,Κεσιδαίοι,Μούζενα,Κουτουλά,Τσομιάκ’ς,Πουγαρίδης,Πάντζο,Παρμακσίζ,πουγαρούνΑλή,Πουγαριδαίοι,στέβος,τεβόρ’,ξεραντέρ,χωνός,Σοχούμι,παρχάρια,κιντέας,κιντέατα,Μεζιρέδες,ΚιαούρΟπαση,Αναπαυτέρ’,Σαμάλερα,ΚρύοΝερό,Λιμναία,Διπόταμος,ΜεγάλοΠαρχάρ’,Ξιμπιλάγκια,σμιλάγκια,Θομάντες,θομάρ’,Σέρα,Πυρρίχειος,Τικ,Τρυγώνα,ΑργόνΟμάλ’,ΓοργόνΟμάλ’,μητερίτσα,Μάισσες,Τζεζούδες,Διαβόλ’,Περήδες,χορτλάχ’,Hortlak,ποντιόφωνοι,Σελιανίτικα,Πολυπλάτανο,Φλώρινας,Κολχική, Καρς,Πλησέβιτσα,ΠλέσεβαΤο ξύλινο τέμπλο της εκκλησίας ήταν έργο του τεχνίτη Κωνσταντίνου Πουγαρίδη, φτιαγμένο από ξύλο «καστανόχρωμης καρυδιάς» που επιδεχόταν καλλωπισμό. Ο τεχνίτης χρησιμοποιούσε σχεδόν πάντα το ίδιο ξύλο μιας και μπορούσε πάνω σ’ αυτό να φτιάξει καλαίσθητα και πρωτότυπα ξυλόγλυπτα. Στα υψώματα γύρω από το χωριό υπήρχαν πολλά εξωκλήσια. Στα σύνορα με το μικτό χωριό Δανείαχα (Δανίγιαχα) και το τουρκικό Κουσερά, ήταν το εξωκλήσι του Αεπαντελεήμονα . Στο ανατολικό ύψωμα του χωριού, στη θέση Παλαιά Καλύβια υπήρχε εξωκλήσι του Αγεωργή, όπου πανηγύριζαν την ημέρα της γιορτής του Έλληνες και Τούρκοι. Σε μια δασώδη και γραφική περιοχή του βουνού Καρά Νταγ ήταν το ερειπωμένο εκκλησάκι της Μεγαλομάρτυρος Κυριακής. Σε άλλη τοποθεσία ήταν το εξωκλήσι της Αναλήψεως. Στο χωριό λειτουργούσε μονοτάξιο δημοτικό σχολείο. Το διώροφο ευπρεπισμένο διδακτήριο βρισκόταν στο κέντρο του χωριού, δίπλα στην εκκλησία. Ένα μέρος των εξόδων του σχολείου εξασφάλιζε ο αρχιερατικός επίτροπος Πλατάνων από εισφορές και κρατήσεις επί της πωλήσεως των καπνών. Η φοίτηση των μαθητών στο σχολείο γινόταν μετά την κατάθεση των ετησίων διδάκτρων (μία ή δύο λίρες). Ο Ανανίας Νικολαΐδης που υπηρέτησε στο σχολείο του χωριού κατά το σχολικό έτος 1907-08, διαπίστωνε χαμηλό πολιτιστικό επίπεδο και καθόλου διάθεση για εκπαίδευση. Η έναρξη των μαθημάτων γινόταν στις 10 Νοεμβρίου και η λήξη στις 30 Απριλίου. Η απασχόληση των μαθητών στις γεωργικές και κτηνοτροφικές δουλειές των οικογενειών τους, καθιστούσε προβληματική τη συμμετοχή τους στα μαθήματα, γι’ αυτό και η λήξη των μαθημάτων γινόταν νωρίτερα. Η λειτουργία του σχολείου σταμάτησε οριστικά τον Απρίλιο του 1916, με τη φυγή των Ελλήνων κατοίκων του χωριού.

Γραφικοί τύπου του χωριού :
• Τσομιάκ’ς: Πουγαρίδης Ευστάθιος. Φημιζόταν σε πολλά χωριά της περιοχής για τη μεγάλη δύναμη που είχε. Στο όρος Καραπτάλ γινόταν κάθε χρόνο τουρκικό πανηγύρι όπου διεξαγόταν αγώνες πάλης μεταξύ των δυνατότερων της περιοχής. Ο Τσομιάκ’ς στους αγώνες αυτούς ήταν ανίκητος. Κάποια φορά που κέρδισε τον Τούρκο αντίπαλό του στους αγώνες αυτούς, έγινε απόπειρα δολοφονίας του αλλά κατάφερε να γλιτώσει. Τον εκτιμούσαν και τον σέβονταν πολλοί Τούρκοι του χωριού και της γύρω περιοχής, αισθήματα που προέκυπταν περισσότερο από φόβο, παρά από μια ειλικρινή διάθεση και κρίση.
• Πάντζο Παρμακσίζ: Παναγιώτης Πουγαρίδης. Τον αποκαλούσαν παρμακσίζ γιατί είχε κομμένο αντίχειρα. Ήταν ιδιόρρυθμος τύπος. Το 1918 μετά την οπισθοχώρηση των Ρώσων, τάχθηκε με το μέρος των Τούρκων και λήστευε του συμπατριώτες του Έλληνες. Είχε οικτρό τέλος από τους «συντρόφους» του. Τάφηκε μόνο με τρισάγιο από τον παπα Κωνσταντίνο.
• Πουγαρούν Αλή: Τούρκος υπηρέτης των Πουγαριδαίων. Οι Τούρκοι τον φώναζαν με αυτό το όνομα, γιατί υπηρετούσε πολλά χρόνια στα σπίτια των Πουγαριδαίων, σε σημείο ώστε να θεωρείται μέλος της οικογένειάς τους.

Η οικοδομική τεχνική εξαρτιόταν κυρίως από το κλίμα της περιοχής, τη γεωμορφολογία του εδάφους και την αρχιτεκτονική της παραλιακής ζώνης. Τα σπίτια ήταν διώροφα, χτισμένα από πελεκητή πέτρα. Στον ισόγειο χώρο στεγάζονταν όλες οι βοηθητικές λειτουργίες: στάβλος, αποθήκες, κ.τ.λ., ενώ στον πρώτο όροφο ήταν η κυρίως κατοικία. Η κατοικία αποτελούνταν από δυο υπνοδωμάτια και μια κουζίνα με το τζάκι όπου μαγείρευαν. Το πάτωμα μεταξύ των δυο ορόφων αποτελείτο από χοντρούς κορμούς δέντρων τοποθετημένους παράλληλα και σκεπασμένους από αργιλώδες χώμα, το οποίο κυλίνδριζαν ώστε να είναι συμπαγές. Από την πρόσθια όψη φαινόταν και οι δύο όροφοι του σπιτιού, ενώ από την πίσω μόνο ο επάνω όροφος, αφού το σπίτι ήταν χτισμένο σε επικλινές έδαφος, έτσι ώστε το ισόγειο να καλύπτεται στη μια του πλευρά εξ ολοκλήρου και στις δυο πλαϊνές κατά το ήμισυ, από χώμα. Η πρόσβαση στον πρώτο όροφο μπορούσε να γίνει είτε από την είσοδο του ισογείου μέσω μιας πέτρινης σκάλας (καταρράχτες) που οδηγούσε, εσωτερικά, στον επάνω όροφο είτε από την πίσω πλευρά, χωρίς τη χρήση σκάλας, αφού το έδαφος κάλυπτε το ισόγειο. Η στέγη (στέβος) αποτελούνταν από χοντρά ξύλινα δοκάρια που σχημάτιζαν το σκελετό της, σκεπασμένα με λεπτά σανίδια από ξύλο λευκής ελάτης (τεβόρ’), τα χαρτώματα. Το ξύλο της λευκής ελάτης ήταν ανθεκτικό, ωστόσο τα χαρτώματα φθείρονταν λόγω των συχνών βροχοπτώσεων και γι’ αυτό τα αντικαθιστούσαν ανά διαστήματα. Η χρήση της λαμαρίνας ήταν πολύ περιορισμένη λόγω κόστους. Στην αυλή κάθε σπιτιού υπήρχε το ξεραντέρ’, υπερυψωμένο μικρό ξύλινο οίκημα στερεωμένο σε τέσσερις πασσάλους, που χρησίμευε για το στέγνωμα των καλαμποκιών και των φασολιών, καθώς και ως αποθηκευτικός χώρος για τα δημητριακά. Σε μερικές περιπτώσεις υπήρχε και δωμάτιο, που προοριζόταν για τα νεαρά ζευγάρια, με ταβάνι και ξύλινο πάτωμα. Για τη θέρμανση των σπιτιών και το μαγείρεμα, υπήρχε στο κέντρο της κουζίνας μια εστία (χωνός). Ο χωνός ήταν ένα κυκλικό βαθούλωμα στο δάπεδο, με βάση και τοίχωμα από πέτρινες πλάκες (παρακαμίνια). Η βάση του χωνού ήταν χαμηλότερα από το πάτωμα. Οι πέτρινες πλάκες ήταν κατά το ήμισυ βυθισμένες στο πάτωμα, το δε υπόλοιπο μέρος τους ήταν γύρω από τη φωτιά ώστε να μη σκορπίζει η στάχτη. Δεν είχε καπνοδόχο και ο καπνός έφευγε από το αταβάνωτο στέγασμα. Τα δοκάρια της στέγης με τον καιρό καπνίζονταν και αποκτούσαν μεγαλύτερη αντοχή. Από τη στέγη κρεμούσαν με γάντζο και αλυσίδα τα μεγάλα χάλκινα σκεύη πάνω από το χωνό. Το κυριότερο επάγγελμα των κατοίκων ήταν η γεωργοκτηνοτροφία. Λόγω της μορφολογίας του εδάφους γύρω από το χωριό, ήταν περισσότερο αναπτυγμένη η κτηνοτροφία και λιγότερο η γεωργία. Γνώριζαν όμως και άλλες επαγγελματικές ασχολίες, περισσότερο για την κάλυψη των αναγκών του σπιτιού και των εργασιών τους, παρά ως κύριο επάγγελμα. Έτσι ο γεωργοκτηνοτρόφος γνώριζε και τις τεχνικές άλλων επαγγελμάτων: πριονιστής, σιδεράς, μαραγκός, κτίστης, κ.τ.λ., ως συμπληρωματικές και βοηθητικές. Φυσερά,Φισερά,Φυσερέτες,Φυσερέτ’,Έλληνες,Πόντου,καυκάσου,Ρωμαίοι,Ρωμαίικα,πλάτανα,Ερμώνασσα,Akçaabat,ΜπογάζΚαγιά,καραπτάλ,Ζιαρέτ,Καλάνεμα,χάσκα,ΜπογάΤεπέ,Καλετζούκ,Τόνια,Θοανία,Tonya,Αχαντά,Πλάτανα,Ασόρ,Καλλιερά,Καλλιγερά,Καλογεννά,Καρτσέα,Καρτζέα,Μυρσίνη,μερσίνη,Στρουκί,στρουκιά,Φιζ,Φραγκουλάντων,Καλάνημα,καλάνεμα,Μακρυαινή,Τσαβανά,Χαρακά,Χάψη,Χολομάνα,Μουλά,Μουτσουρά,Χάτζκεϊ,Χόρωβη,Χόροβα,Χτημένο,Χτήμαινα,Χάτζκα,Χάσκα,Σταυρός,Γουρζουλάς,Παπάρζα,Κεσιδαίοι,Μούζενα,Κουτουλά,Τσομιάκ’ς,Πουγαρίδης,Πάντζο,Παρμακσίζ,πουγαρούνΑλή,Πουγαριδαίοι,στέβος,τεβόρ’,ξεραντέρ,χωνός,Σοχούμι,παρχάρια,κιντέας,κιντέατα,Μεζιρέδες,ΚιαούρΟπαση,Αναπαυτέρ’,Σαμάλερα,ΚρύοΝερό,Λιμναία,Διπόταμος,ΜεγάλοΠαρχάρ’,Ξιμπιλάγκια,σμιλάγκια,Θομάντες,θομάρ’,Σέρα,Πυρρίχειος,Τικ,Τρυγώνα,ΑργόνΟμάλ’,ΓοργόνΟμάλ’,μητερίτσα,Μάισσες,Τζεζούδες,Διαβόλ’,Περήδες,χορτλάχ’,Hortlak,ποντιόφωνοι,Σελιανίτικα,Πολυπλάτανο,Φλώρινας,Κολχική, Καρς,Πλησέβιτσα,ΠλέσεβαΤα χωράφια και οι βοσκές των Ελλήνων βρισκόταν σε τοποθεσίες διαφορετικές από εκείνες των Τούρκων, εκτός από το Καλετζούκ, όπου οι εκτάσεις ήταν μοιρασμένες και στις δυο εθνότητες. Οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις ήταν μικρές και δεν προσφέρονταν για εκτεταμένες καλλιέργειες. Σε κάθε οικογένεια αντιστοιχούσαν μερικά μόλις στρέμματα γης. Η αύξηση του πληθυσμού επέβαλε την επέκτασή τους· έτσι όταν προέκυπτε ανάγκη για νέες εκτάσεις, εκχέρσωναν και αποψίλωναν τις γύρω δασώσεις και θαμνώδεις περιοχές, εξασφαλίζοντας εκτάσεις για καλλιέργεια. Καλλιεργούσαν καλαμπόκι, κίτρινο και άσπρο για ψωμί, σιτάρι, κριθάρι, όσπρια, κυρίως φασόλια στα αδύναμα χωράφια, και κηπευτικά. Γινόταν και περιορισμένη καλλιέργεια καπνών που προορίζονταν για το λαθρεμπόριο το οποίο ανθούσε στην περιοχή. Κάθε σπίτι είχε κήπο με λάχανα, κολοκύθια, ντομάτες, κ.τ.λ.
Η οικιακή βιοτεχνία ήταν ανεπτυγμένη στο βαθμό που κάλυπτε τις ανάγκες των οικογενειών, χωρίς να δημιουργεί σοβαρό πλεόνασμα. Η παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων και η παρασκευή κονσερβοποιημένων τροφών κάλυπτε τις διατροφικές ανάγκες κάθε οικογένειας. Οι ανάγκες σε υφάσματα καλύπτονταν από το μαλλί των αιγοπροβάτων που εξέτρεφαν, καθώς επίσης και από την κάνναβη. Φημισμένος τεχνίτης της ξυλογλυπτικής από τη Φυσερά ήταν ο Κωνσταντίνος Πουγαρίδης που ζούσε στην Τραπεζούντα, όπου είχε και το εργαστήριό του. Οι περισσότεροι άνδρες του χωριού – μόνο οι Έλληνες - μετανάστευαν, κυρίως στη Ρωσία, στην Ανάπα οι περισσότεροι και λίγοι στο Σοχούμι, όπου εργάζονταν ως λατόμοι, αρτοποιοί και χτίστες. Πολλοί από αυτούς αγόραζαν αμπέλια και καλλιεργήσιμε εκτάσεις. Αρκετοί πήγαιναν και στην Κωνσταντινούπολη, όπου εξασκούσαν βιοτεχνικά επαγγέλματα. Στο χωριό έρχονταν τις μεγάλες γιορτές. Αντίθετα οι Τούρκοι του χωριού δεν ξενιτεύονταν. Αρκετοί από τους κατοίκους εξασκούσαν το επάγγελμα του γανωτή, γυρίζοντας στα χωριά των γύρω περιοχών. Ψάρευαν ελάχιστα ψάρια από ένα ποτάμι που πήγαζε από την άκρη του χωριού καθώς και από τον Καλάνεμα. Ο νερόμυλος ήταν στην άκρη του χωριού δίπλα στο ποτάμι και κοντά στην τουρκική συνοικία.
Τα απαραίτητα είδη τα προμηθεύονταν από το παζάρι των Πλατάνων, όπου πήγαιναν μια φορά την εβδομάδα.

Φυσερά,Φισερά,Φυσερέτες,Φυσερέτ’,Έλληνες,Πόντου,καυκάσου,Ρωμαίοι,Ρωμαίικα,πλάτανα,Ερμώνασσα,Akçaabat,ΜπογάζΚαγιά,καραπτάλ,Ζιαρέτ,Καλάνεμα,χάσκα,ΜπογάΤεπέ,Καλετζούκ,Τόνια,Θοανία,Tonya,Αχαντά,Πλάτανα,Ασόρ,Καλλιερά,Καλλιγερά,Καλογεννά,Καρτσέα,Καρτζέα,Μυρσίνη,μερσίνη,Στρουκί,στρουκιά,Φιζ,Φραγκουλάντων,Καλάνημα,καλάνεμα,Μακρυαινή,Τσαβανά,Χαρακά,Χάψη,Χολομάνα,Μουλά,Μουτσουρά,Χάτζκεϊ,Χόρωβη,Χόροβα,Χτημένο,Χτήμαινα,Χάτζκα,Χάσκα,Σταυρός,Γουρζουλάς,Παπάρζα,Κεσιδαίοι,Μούζενα,Κουτουλά,Τσομιάκ’ς,Πουγαρίδης,Πάντζο,Παρμακσίζ,πουγαρούνΑλή,Πουγαριδαίοι,στέβος,τεβόρ’,ξεραντέρ,χωνός,Σοχούμι,παρχάρια,κιντέας,κιντέατα,Μεζιρέδες,ΚιαούρΟπαση,Αναπαυτέρ’,Σαμάλερα,ΚρύοΝερό,Λιμναία,Διπόταμος,ΜεγάλοΠαρχάρ’,Ξιμπιλάγκια,σμιλάγκια,Θομάντες,θομάρ’,Σέρα,Πυρρίχειος,Τικ,Τρυγώνα,ΑργόνΟμάλ’,ΓοργόνΟμάλ’,μητερίτσα,Μάισσες,Τζεζούδες,Διαβόλ’,Περήδες,χορτλάχ’,Hortlak,ποντιόφωνοι,Σελιανίτικα,Πολυπλάτανο,Φλώρινας,Κολχική, Καρς,Πλησέβιτσα,ΠλέσεβαΜε το τέλος του χειμώνα, άρχιζαν οι προετοιμασίες για τη μετάβαση ανθρώπων και κοπαδιών στα θερινά βοσκοτόπια – εξοχές (παρχάρια). Η μετακίνηση άρχιζε στις 9 Μαρτίου. Η ημέρα αυτή ήταν αφιερωμένη στη μνήμη των 40 μαρτύρων της Σεβάστειας και είχε επικρατήσει ως έθιμο στο χωριό, την ημέρα αυτή κάθε οικογένεια να τρώει τριών ειδών φαγητά: 40 σαλιγκάρια, 40 βλαστάρια τσουκνίδας (κιντέας –κιντέατα) και 40 λουκουμάδες (τσιριχτά). Μετά το γεύμα η πομπή ξεκινούσε θορυβώδικα, με φωνές και χαιρετισμούς, δίνοντας πανηγυρικό τόνο στο ξεκίνημα. Κατά την πορεία απαγορευόταν να παίζουν μουσικά όργανα και να τραγουδούν γιατί το ξεκίνημα συνέπιπτε με τη Μεγάλη Σαρακοστή. Τα κοπάδια τα συνόδευαν οι μεσήλικες, ενώ οι νέοι έμεναν στο χωριό για τις γεωργικές δουλειές. Κάθε Σαββατοκύριακο οι νέοι ανέβαιναν στο παρχάρ’ για να δώσουν στους δικούς τους τρόφιμα που εντωμεταξύ τους είχαν τελειώσει και να πάρουν γαλακτοκομικά. Ο πρώτος σταθμός ήταν ένα χιλιόμετρο έξω από το χωριό στη θέση Μεζιρέδες. Εκεί υπήρχαν πρόχειρες καλύβες για τους ανθρώπους, ενώ τα ζωντανά έμεναν στο ύπαιθρο. Η παραμονή τους στη θέση Μεζιρέδες διαρκούσε ως τις 23 Απριλίου, ημέρα γιορτής του Αγίου Γεωργίου και εκτός των εργασιών είχε και παραθεριστικό χαρακτήρα.  Την ημέρα αυτή έρχονταν οι νέοι από το χωριό, αποκλειστικά και μόνο για να βοηθήσουν στη μεταφορά, και όλοι μαζί ξεκινούσαν για το όρος Καλετζούκ, όπου και ο επόμενος σταθμός τους. Εκεί άνθρωποι (παρχαρέτ’) και κοπάδια παρέμεναν από τις 23 Απριλίου ως τις 21 Μαΐου. Από τις 21 Μαΐου, Κωνσταντίνου και Ελένης, ως τις 26 Οκτωβρίου, του Αγίου Δημητρίου, παρέμεναν στο Μεγάλο Παρχάρ’ που βρισκόταν στο βουνό Κιαούρ Οπασή (στάνη των απίστων - Ρωμιών) και γύρω - γύρω είχε δάση από έλατα (τσάμιας). Από εκεί φαινόταν η Μαύρη Θάλασσα.
Για να πάνε οι νέοι στο Μεγάλο Παρχάρ’ περνούσαν από τις τοποθεσίες: Αναπαυτέρ’, Σαμάλερα, Κρύο Νερό, Λιμναία, Διπόταμος και κατέληγαν στο Μεγάλο Παρχάρ’.
Η βλάστηση στην περιοχή γύρω από το χωριό ήταν πλούσια. Τα βουνά ήταν σκεπασμένα από δάση με έλατα και όπου υπήρχε ξέφωτο, αυτό σκεπαζόταν με χόρτο. Ευδοκιμούσαν πολλά αυτοφυή φυτά, όπως :
• Ξιμπιλάγκια ή σμιλάγκια = θαμνοειδές φυτό, δημώδης ονομασία αρκουδόβατος, με τρυφερές κορυφές, τις οποίες αφού έβραζαν τις έτρωγαν σαλάτα με λάδι και ξίδι ή τις μαγείρευαν με αυγά.
• Θομάντες ή θομάρ’ = μονόκορμο, αυτοφυές, με βολβούς σαν τεύτλα και πλατιά φύλλα που τα έβραζαν κι έφτιαχναν σαλάτες ή τα μαγείρευαν με αυγά.
Η πανίδα της περιοχής ήταν η τυπική των ημιορεινών – ορεινών περιοχών. Στα γύρω βουνά υπήρχαν αρκούδες, λύκοι, τσακάλια, λαγοί, αγριογούρουνα , πέρδικες, ορτύκια, μπεκάτσες, μαυροπούλια, κ.τ.λ.

Στους γάμους και τα πανηγύρια των Ελλήνων έπαιρναν μέρος κι οι Τούρκοι και αντίστροφα. Οι δυο εθνότητες ζούσαν αρμονικά και φρόντιζαν να τιμούν εκατέρωθεν τις γιορτές και τις χαρές τους. Μεγάλες γιορτές που πανηγυρίζονταν δεόντως ήταν: της Παναγίας το Δεκαπενταύγουστο, του Αγίου Γεωργίου, του Αγίου Παντελεήμονα και της Αναλήψεως στη θέση Κάζερα όπου υπήρχε ερειπωμένο εξωκλήσι και αγίασμα, με το οποίο έβρεχαν το κεφάλι και τα άκρα τους γιατί πίστευαν πως θεραπεύει χρόνιες παθήσεις. Στις 7 Ιουλίου, ημέρα μνήμης της Μεγαλομάρτυρος Κυριακής, Έλληνες και Τούρκοι συγκεντρώνονταν στο ερειπωμένο εξωκλήσι της και γιόρταζαν από κοινού. Το πανηγύρι αυτό ήταν μια παλιά συνήθεια, που αποκτήθηκε λόγω μιας δοξασίας: πίστευαν – και οι Τούρκοι – πως αποδίδοντας τις δέουσες τιμές στη Μεγαλομάρτυρα, εξιλεώνονταν κι έτσι θα αποτρέπονταν οι θεομηνίες και θα εξασφάλιζαν καλύτερες αποδόσεις από την κτηνοτροφία. Το δυνατό ανεμοστρόβιλο που φυσούσε στο χωριό, τον ονόμαζαν Αγίας Κυριακής άψιμον (φωτιά). Στο πανηγύρι δεν έπαιζαν μουσικά όργανα ούτε και πυροβολούσαν με τα όπλα, όπως συνήθιζαν να κάνουν στα άλλα πανηγύρια. Λύρα έπαιζε ο Γεώργιος Κεσίδης, ο Νικόλαος Κεσίδης γιος του Γεωργίου και ο Ποζίδης Θεόδωρος (Θόδωρον ο Πόζιον), ζουρνά και νταούλι (ταούλ’) ο Παναγιώτης (Παναέτας) Κεσίδης. Ο πιο αγαπητός σκοπός ήταν το μακρύνη περιοχής Ματσούκας, που θεωρούνταν κάτι σαν «εθνικός ύμνος» στην περιφέρεια. Χόρευαν, κυρίως, το χορό Σέρα (Πυρρίχειος) με φιγούρες. Στο χορό συμμετείχαν μόνο άνδρες, πέντε ως δέκα άτομα. Αν στο χορό Σέρα τύχαινε να μπουν και γυναίκες, τότε οι άνδρες συνέχιζαν χωρίς όμως τσακίσματα και χεροτινάγματα. Χόρευαν επίσης το Τικ και την Τρυγώνα χωρίς διακοπή και για να ξεκουραστούν συνέχιζαν με το Αργόν Ομάλ’, το Γοργόν Ομάλ’ και τη Μητερίτσα. Χορευταράδες ήταν ο Ευστάθιος Πουγαρίδης και ο Ιωάννης Κεσίδης. "Εμέν οι λύκ’ εσάρεψαν, απάν’ και ’ς σα καμμένα,Θα στείλω ’σε τα λώμματα μ’, τρυγώνι μ’ ματωμένα".

Φυσερά,Φισερά,Φυσερέτες,Φυσερέτ’,Έλληνες,Πόντου,καυκάσου,Ρωμαίοι,Ρωμαίικα,πλάτανα,Ερμώνασσα,Akçaabat,ΜπογάζΚαγιά,καραπτάλ,Ζιαρέτ,Καλάνεμα,χάσκα,ΜπογάΤεπέ,Καλετζούκ,Τόνια,Θοανία,Tonya,Αχαντά,Πλάτανα,Ασόρ,Καλλιερά,Καλλιγερά,Καλογεννά,Καρτσέα,Καρτζέα,Μυρσίνη,μερσίνη,Στρουκί,στρουκιά,Φιζ,Φραγκουλάντων,Καλάνημα,καλάνεμα,Μακρυαινή,Τσαβανά,Χαρακά,Χάψη,Χολομάνα,Μουλά,Μουτσουρά,Χάτζκεϊ,Χόρωβη,Χόροβα,Χτημένο,Χτήμαινα,Χάτζκα,Χάσκα,Σταυρός,Γουρζουλάς,Παπάρζα,Κεσιδαίοι,Μούζενα,Κουτουλά,Τσομιάκ’ς,Πουγαρίδης,Πάντζο,Παρμακσίζ,πουγαρούνΑλή,Πουγαριδαίοι,στέβος,τεβόρ’,ξεραντέρ,χωνός,Σοχούμι,παρχάρια,κιντέας,κιντέατα,Μεζιρέδες,ΚιαούρΟπαση,Αναπαυτέρ’,Σαμάλερα,ΚρύοΝερό,Λιμναία,Διπόταμος,ΜεγάλοΠαρχάρ’,Ξιμπιλάγκια,σμιλάγκια,Θομάντες,θομάρ’,Σέρα,Πυρρίχειος,Τικ,Τρυγώνα,ΑργόνΟμάλ’,ΓοργόνΟμάλ’,μητερίτσα,Μάισσες,Τζεζούδες,Διαβόλ’,Περήδες,χορτλάχ’,Hortlak,ποντιόφωνοι,Σελιανίτικα,Πολυπλάτανο,Φλώρινας,Κολχική, Καρς,Πλησέβιτσα,ΠλέσεβαΟι προσφωνήσεις των συγγενικών προσώπων, δε διέφεραν από αυτές της γύρω περιοχής. Έτσι αποκαλούσαν τον πατέρα πατέρα και τιατιά, τη μητέρα μάνα, τον παππού πάππο, τη γιαγιά καλομάννα, το θείο/α από τη μεριά του πατέρα θείο/α, από τη μεριά της μητέρας ταή το θείο και πιπή τη θεία. Τους αδερφούς αποκαλούσαν με το μικρό τους όνομα και τις αδερφές με το μικρό τους όνομα ή αδερφή. Οι Φυσερέτ’ έπαιρναν γαμπρούς και νύφες από τα χωριά της Ματσούκας, άλλωστε πολλές οικογένειες του χωριού κατάγονταν από εκεί. Ο γιος που κατοικούσε με τους γονείς του, μπροστά τους δεν επιτρεπόταν να πει η γαρή μ’ ή γυναίκα μ’ (η γυναίκα μου), γιατί κάτι τέτοιο θεωρούνταν προσβολή προς τους γέρους γονείς. Επίσης δεν μπορούσε μπροστά τους να αγκαλιάσει και να χαϊδέψει τα παιδιά του. Η στάση αυτή προέκυπτε από την πεποίθηση πως όσο ζουν οι γονείς, ο γιος ή η κόρη είναι παιδιά γι’ αυτούς, κι ως εκ τούτου "δεν δικαιούνται να έχουν παιδιά" ή να εκφράζουν την αγάπη τους προς αυτά. Έλεγαν σχετικά οι γέροι γονείς: "Τέαμ ετράνυνες κι εσύ κ’ εποίκες παιδία!" (δηλαδή: Δήθεν μεγάλωσες κι εσύ κι έκανες παιδιά!). Βέβαια αυτό ίσχυε περισσότερο για τον γέρο πατέρα και λιγότερο για τη μητέρα, που ήταν πάντα περισσότερο ελαστική σε τέτοια ζητήματα. Όταν ο άνδρας ήθελε να φωνάξει τη γυναίκα του ποτέ δε χρησιμοποιούσε το όνομά της. Φώναζε: "Νέκουτση ή Νέπουτση, εσέν λέγω ’κ’ ακούς;", ή "Νη εσέν λέγω!". Η γυναίκα καλούσε τον άνδρα λέγοντας: "Νέπαι!".

Τα πονηρά πνεύματα τα ονομάτιζαν ως Μάισσες, Τζεζούδες, , Διαβόλ’ και Περήδες. Για να προφυλάσσονται από τα πονηρά δαιμόνια είχαν Νουσκά ή Χαμαήλια από χαρτάκια διπλωμένα σε τρίγωνα σχήματα με κάποιο περιεχόμενο και τα κρεμούσαν στο λαιμό τους. Τα Νουσκά τα προμηθεύονταν από τους παπάδες ή τους χοτζάδες και συνέβαινε πολλές φορές μουσουλμάνος να τα ζητάει από ορθόδοξο ιερέα ή χριστιανός από χότζα. Πίστευαν πως αν κάποιος δει νεκρό θα πάθει κακό. Ως αντίδοτο έκοβαν ένα κομμάτι από το σάβανο του νεκρού, το έκαιγαν και την ώρα που καιγόταν «κάπνιζαν» το άτομο που έπαθε κακό. Άλλο αντίδοτο ήταν να κυλιστεί αυτός που έπαθε κακό κάθε Τετάρτη και Παρασκευή για τρεις φορές πάνω στο μνήμα του νεκρού. Άλλος τρόπος: ξαστέριαζαν (ξενυχτούσαν) νερό πάνω στο μνήμα, πήγαιναν στο σπίτι του παθόντος και φωνάζοντάς τον να βγει στο εξώπορτο, το έριχναν ξαφνικά στην πλάτη του κατάσαρκα, χωρίς όμως το νερό αυτό να το βάλουν μέσα στο σπίτι. Απέφευγαν να καταρώνται και ιδίως να προφέρουν τις κατάρες: Να τρώει σε ο Γουρζουλής (Να σε φάει ο διάβολος – η πανούκλα), Το καρά χαπέρ’ σ’ να έρται (Το μαύρο μαντάτο να σου ’ρθει), Να κόφτ’ ο Θεός τα χρόνια σ’ (Να κόψει ο Θεός τα χρόνια σου), Να βάλτ’ ’σε ’κα η μάνα σ’ (Να σε θάψει η μάνα σου). Θέλοντας να αποφύγουν τα ψέματα, πρόφεραν τους εξής σύντομους όρκους: Μα το Θεό, Μα το Σταυρό, Μα τον Αέρ’ (το Άγιο Γεώργιο), Μα τον Αεκωσταντίνο. Εκτός από τα διαβάσματα του παπά ή του χότζα για το ξεμάτιασμα, είχαν και ξόρκια. Ήταν μυστικά διαβάσματα από γυναίκες, που διάβαζαν σχεδόν μουρμουρίζοντας, κρατώντας στο δεξί τους χέρι ένα μαχαιράκι με μαύρη λαβή και στο αριστερό μια βελόνα. Με τον ίδιο τρόπο που έτριβαν τη λεπίδα του μαχαιριού στη βελόνα, θώπευαν τον παθόντα. Άλλος τρόπος: έβαζαν ένα πρωτότοκο παιδί με τρία σπυριά αλάτι στο δεξί χέρι, να τα γυρίσει τρεις φορές γύρω από τον άρρωστο και να τα ρίξει στο νερό λέγοντας: «όπως λιώνει το αλάτι, να λιώσει και το μάτιασμα». Αν ξέμενε κάποιο ζώο τη νύχτα στην εξοχή, πήγαιναν στον εξορκιστή που έδενε με μια κλωστή τα δόντια μιας χτένας και μουρμούριζε «έξορκα» για να δέσει τα στόματα των αγριμιών ώστε να μη φάνε το ζώο. Αν έβρισκαν το ζώο ξέδεναν τη χτένα, γιατί πίστευαν πως είναι αμαρτία για το «δέτη» να ψοφήσει από πείνα το αγρίμι που είχε δεμένο στόμα. Οι χριστιανοί πίστευαν πως ο Τούρκος μετά το θάνατό του βρικολακιάζει, γίνεται δηλαδή χορτλάχ’ (τουρκ. hortlak). Οι μουσουλμάνοι πίστευαν πως ο χορτλάχ’ δεν πλησιάζει στις εκκλησίες.

Φυσερά,Φισερά,Φυσερέτες,Φυσερέτ’,Έλληνες,Πόντου,καυκάσου,Ρωμαίοι,Ρωμαίικα,πλάτανα,Ερμώνασσα,Akçaabat,ΜπογάζΚαγιά,καραπτάλ,Ζιαρέτ,Καλάνεμα,χάσκα,ΜπογάΤεπέ,Καλετζούκ,Τόνια,Θοανία,Tonya,Αχαντά,Πλάτανα,Ασόρ,Καλλιερά,Καλλιγερά,Καλογεννά,Καρτσέα,Καρτζέα,Μυρσίνη,μερσίνη,Στρουκί,στρουκιά,Φιζ,Φραγκουλάντων,Καλάνημα,καλάνεμα,Μακρυαινή,Τσαβανά,Χαρακά,Χάψη,Χολομάνα,Μουλά,Μουτσουρά,Χάτζκεϊ,Χόρωβη,Χόροβα,Χτημένο,Χτήμαινα,Χάτζκα,Χάσκα,Σταυρός,Γουρζουλάς,Παπάρζα,Κεσιδαίοι,Μούζενα,Κουτουλά,Τσομιάκ’ς,Πουγαρίδης,Πάντζο,Παρμακσίζ,πουγαρούνΑλή,Πουγαριδαίοι,στέβος,τεβόρ’,ξεραντέρ,χωνός,Σοχούμι,παρχάρια,κιντέας,κιντέατα,Μεζιρέδες,ΚιαούρΟπαση,Αναπαυτέρ’,Σαμάλερα,ΚρύοΝερό,Λιμναία,Διπόταμος,ΜεγάλοΠαρχάρ’,Ξιμπιλάγκια,σμιλάγκια,Θομάντες,θομάρ’,Σέρα,Πυρρίχειος,Τικ,Τρυγώνα,ΑργόνΟμάλ’,ΓοργόνΟμάλ’,μητερίτσα,Μάισσες,Τζεζούδες,Διαβόλ’,Περήδες,χορτλάχ’,Hortlak,ποντιόφωνοι,Σελιανίτικα,Πολυπλάτανο,Φλώρινας,Κολχική, Καρς,Πλησέβιτσα,ΠλέσεβαΗ τελευταία οκταετία : (1916-1923)
Τον Απρίλιο 1916 οι Ρώσοι καταλαμβάνουν την Τραπεζούντα και πολλοί Τούρκοι στην ευρύτερη περιοχή προβαίνουν σε λεηλασίες χριστιανικών χωριών και θηριωδίες, ως αντίποινα για την κατάληψη της πόλης και του ανατολικού Πόντου από ομόδοξους των Ελλήνων κατακτητές. Οι κάτοκοι πολλών τουρκικών χωριών αναγκάστηκαν να φύγουν, λόγω του ότι στις τάξεις του ρωσικού στρατού υπηρετούσαν Αρμένιοι. Το 1915 είχε γίνει η Γενοκτονία των Αρμενίων, και τώρα υπήρχε ο φόβος για αντίποινα. Ότι όμως δεν έγινε στον ανατολικό Πόντο, έγινε στο δυτικό Πόντο, όπου άρχισαν οι εξορίες και θανατώσεις, με κάθε τρόπο, των εκεί Ελλήνων. Τα αλλεπάλληλα γεγονότα δημιούργησαν αναταραχή στο χωριό. Βέβαια ο κίνδυνος ήταν μεγαλύτερος για τους Έλληνες του χωριού, ωστόσο και οι Τούρκοι θορυβήθηκαν αφού γνώριζαν πως τα πολεμικά γεγονότα θα επηρεάσουν και τους ίδιους. Για το λόγο αυτό οι Τούρκοι του χωριού απευθύνθηκαν στον παπα Κωνσταντίνο Σιδηρόπουλο και του πρότειναν να μεσολαβήσει στους Έλληνες συγχωριανούς τους, ώστε να υπάρξει αλληλεγγύη μεταξύ των δυο εθνοτήτων και αλληλοπροστασία. Ο ιερέας συμφώνησε και μεταβίβασε την επιθυμία των Τούρκων στους Έλληνες του χωριού. Όμως την περιοχή λυμαίνονταν άτακτοι φυγόστρατοι Τούρκοι, καθώς και κάτοικοι των γύρω τουρκικών χωριών. Έξω από το χωριό αποδεκατίστηκε ένας λόχος του ρωσικού στρατού από Τούρκους οπλοφόρους. Οι συχνές λεηλασίες από μέρους των ατάκτων, καθώς και η αβεβαιότητα για το μέλλον, οδήγησαν τον παπα Κωνσταντίνο να συμβουλέψει τους Έλληνες συγχωριανούς του να φύγουν προς την Τραπεζούντα. Τέλη Απριλίου του ’16 οι κάτοικοι της Φυσεράς αναγκάζονται να φύγουν από το χωριό τους. Πολλοί ήταν αυτοί που προτίμησαν να πάνε στη Ρωσία, άλλοι σκόρπισαν στη γύρω από το χωριό περιοχή και πολλοί κατέφυγαν μέσα στην Τραπεζούντα, όπου ο Μητροπολίτης Χρύσανθος ως θρησκευτικός και πολιτικός ηγέτης χριστιανών και μουσουλμάνων, φρόντιζε τα πλήθη που είχαν έρθει ως πρόσφυγες στην πόλη. Το πρώτο βράδυ διανυκτέρευσαν μέσα στην εκκλησία του Αγίου Ευγενίου.Μετά την αποχώρηση των Ελλήνων από τη Φυσερά, άτακτοι από τα γύρω βουνά λεηλάτησαν την ελληνική συνοικία και την έκαψαν. Τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου ο ρωσικός στρατός προελαύνοντας, φτάνει ως τον Χαρσιώτη ποταμό κοντά στην Τρίπολη. Όσοι κάτοικοι του χωριού ήταν στην Τραπεζούντα και τη γύρω περιοχή, πλην ελαχίστων, βλέποντας πως η περιοχή του χωριού τους καταλήφθηκε από τους Ρώσους, πήγαν στο χωριό τους. Ελάχιστοι παρέμειναν στο χωριό και με πολύ κόπο κατάφερναν μόλις και μετά βίας να εξασφαλίζουν τα προς το ζην. Αυτοί ήταν καζαντζήδες (τεχνίτες κατεργασίας χαλκού) και γανωτήδες (χαλαϊτζήδες) και επειδή είχαν γνωριμίες έμειναν ή στο χωριό ή στα γειτονικά τουρκικά. Πολλοί βρήκαν στέγη και τροφή στην γειτονική περιοχή της Τόνιας, σε χωριά ποντιόφωνων ελληνογενών μουσουλμάνων. Στο διάστημα της ρωσικής κατοχής (1916-18), όσοι έμειναν στην Τραπεζούντα και αυτοί που γύρισαν στο χωριό, έζησαν δύσκολες καταστάσεις. Ελάχιστοι μόνο κατάφεραν να βρουν δουλειά μέσα στην Τραπεζούντα, πράγμα που τους εξασφάλισε κάποια – σχετική πάντα –άνεση. Όσοι προηγουμένως έφυγαν για τη Ρωσία, μαθαίνοντας πως η ρωσική κατοχή στην Τραπεζούντα εδραιώθηκε, επιστρέφουν στην πόλη. Στο διάστημα της παραμονής τους στην Τραπεζούντα, μερικά παιδιά φοίτησαν στο περίφημο Φροντιστήριο, παρόλες τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν. Ένας από τους δασκάλους των παιδιών ήταν ο Χιονίδης. Η ρωσική κατοχή, μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, ουσιαστικά ήταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Στο λιμάνι περίμεναν πλήθη προσφύγων που είχαν έρθει από τις νοτιότερες περιοχές, προκειμένου να επιβιβαστούν σε κάποιο πλοίο για την Ελλάδα. Κάποια στιγμή, ειδοποιήθηκαν να φύγουν γιατί θα εκρηγνυόταν τα πυρομαχικά που εγκατέλειπαν οι Ρώσοι στις αποθήκες του λιμανιού. Επειδή υπήρχε διαμάχη για το ποιο χωριό θα επιβιβαστεί πρώτο στα πλοία, πολλοί θεώρησαν πως η ειδοποίηση για ενδεχόμενη έκρηξη ήταν μια πρόφαση ώστε να απομακρυνθούν κάποιοι από την προβλήτα και να επωφεληθούν όσοι παραμείνουν εκεί. Δημιουργήθηκε πανδαιμόνιο όταν άρχισαν οι εκρήξεις, καθώς καθυστερημένα ο κόσμος προσπαθούσε να φύγει. Επί τριήμερο καιγόνταν το λιμάνι, προσθέτοντας περισσότερη αγωνία, φόβο και τρόμο στους πρόσφυγες. Τέλη του ’17 όσοι Φυσερέτ’ απέμειναν στο χωριό, την Τόνια κι αυτοί που ήταν μέσα στην Τραπεζούντα επιβιβάζονται σε πλοία και φεύγουν για τη Ρωσία. Πρώτος σταθμός το Βατούμ (Πάτομ) από εκεί με ρωσικό πολεμικό πλοίο πήγανε στο Σοχούμι, Νοβοροσίσκ. Αποβιβάστηκαν στο Νοβοροσίσκ κι από εκεί πήγαν με κάρα στην Ανάπα. Το Φεβρουάριο του 1918 ο τουρκικός στρατός μπαίνει στην Τραπεζούντα και οι μουσουλμάνοι κάτοικοι της γύρω περιοχής στα πλαίσια μιας «ανταλλαγής περιουσιών», καταλαμβάνουν τα σπίτια των φυγάδων Ρωμιών. Μετά την κατάληψη της πόλης από τους Τούρκους, οι περισσότεροι Φυσερέτ’, που εντωμεταξύ είχαν φύγει για τη Ρωσία, βλέποντας πως στον Πόντο υπάρχει κίνηση για δημιουργία Δημοκρατίας του Πόντου, επιστρέφουν στην Τραπεζούντα. Στη μετακίνησή τους αυτή, συνέβαλε κι η εντύπωση πως, για τη δημιουργία του ποντιακού κράτους υπήρχε η έγκριση των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής. Πολύ σύντομα όμως διαψεύσθηκαν οι ελπίδες τους και αρκετοί γύρισαν στη Ρωσία. Όσοι προτίμησαν να μείνουν στην Τραπεζούντα παρέμειναν εκεί μέχρι το 1922. Στο διάστημα της παραμονής τους, οι άνδρες εργάζονταν για την ανέγερση κτισμάτων, σε μια τοποθεσία κοντά στην πόλη, όπου πριν το 1915 υπήρχε αρμένικο χωριό που κάηκε. Την επιστασία του έργου είχε μια αμερικανίδα. Κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στην πόλη έγιναν μάρτυρες της θλιβερής αναχώρησης χιλιάδων εξορίστων προς το εσωτερικό της Τουρκίας. Από την Τραπεζούντα εξορίστηκαν και πολλοί Φυσερέτ’. Κάποιοι από αυτούς σκοτώθηκαν, όπως ο Απόστολος Πουγαρίδης και ο Γεώργιος Κουσίδης, ενώ ο Νικόλαος Πουγαρίδης κατάφερε να επιβιώσει και γύρισε στην πόλη μετά από πολύ καιρό. Με την κατάρευση του μικρασιατικού μετώπου και τη Μικρασιατική Καταστροφή, έφυγαν από εκεί με ελληνικά εμπορικά πλοία (Ιωάννης) τα Χριστούγεννα του 1922 και την Πρωτοχρονιά του 1923 έφτασαν στο Αίγιο. Εκεί έμειναν σε εκκλησίες και σχολεία. Κατόπιν πήγαν στο χωριό Σελιανίτικα κοντά στην Πάτρα. Κατόπιν επιβιβάστηκαν σε πλοία και κατευθύνθηκαν προς τα Ιόνια Νησιά και τις δυτικές ακτές της ηπειρωτικής Ελλάδας: πέρασαν από την Πάργα (Θεσπρωτίας), μετά από την Κέρκυρα, χωρίς να γίνει δυνατό να αποβιβαστούν και να εγκατασταθούν σε κάποιο μέρος. Η ταλαιπωρία αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι οι τοπικές αρχές των περιοχών που πήγαιναν αρνούνταν κατηγορηματικά να τους δεχθούν. Επέστρεψαν και πάλι στην Πάτρα κι από εκεί με τρένο πάλι στα Σελιανίτικα όπου παρέμειναν για 5-6 μήνες. Πολλές από τις οικογένειες που είχαν καταφύγει στη Ρωσία ήρθαν νωρίτερα στην Ελλάδα και είχαν εγκατασταθεί στον Πολυπλάτανο Φλώρινας. Όταν αυτοί έμαθαν για τους συγχωριανούς τους που βρίσκονταν στα Σελιανίτικα, τους ειδοποίησαν να έρθουν στη Φλώρινα επειδή υπάρχουν διαθέσιμες εκτάσεις, για να μπορέσουν να ζήσουν καλλιλεργώντας τη γη. Παρά τις υποσχέσεις των τοπικών αρχών της Πάτρας για διανομή εδαφών, έφυγαν για τη Φλώρινα το καλοκαίρι του 1923. Φθάνοντας στην Φλώρινα κατευθύνθηκαν στο χωριό Κολχική όπου ήδη κατοικούσαν οικογένειες από το Καρς (τότε Πλησέβιτσα – Πλέσεβα). Επειδή όμως στο διπλανό χωριό Άγιο Βαρθολομαίο, είχαν εγκατασταθεί οικογένειες συγγενικές των προσφύγων κατοίκων της Κολχικής, οι Φυσερέτ’ που προσωρινα διέμεναν στην Κολχική δέχτηκαν να πάνε αυτοί στον Άγιο Βαρθολομαίο και να έρθουν στην Κολχική οι εκ Καρς προερχόμενοι, ώστε να ζουν μαζί με τους συγγενείς και συγχωριανούς τους. Στον Άγιο Βαρθολομαίο, υπήρχαν ακόμη Τούρκοι, που έφυγαν το 1924, αφού πούλησαν τα πάντα. Οι νεοερχόμενοι Φυσερέτ’ καταρχήν εγκαταστάθηκαν στα σπίτια των Τούρκων και αργότερα, το 1925 και 1926 στα σπίτια που κατασκεύασε η Ε.Α.Π. Όταν ήρθαν στον Άγιο Βαρθολομαίο βρήκαν εκεί αρκετούς πρόσφυγες από τα μέρη του Καρς που έφτασαν εκεί ένα χρόνο νωρίτερα, αφού είχαν μείνει για 2 – 3 περίπου χρόνια σε περιοχές της Ανατολικής Θράκης και τις οποίες εγκατέλειψαν το Σεπτέμβριο του 1922. Οι Φυσερέτ’ μαζί με τους Έλληνες του Καρς αποτέλεσαν τους μόνιμους κατοίκους του χωριού.

Φυσερά,Φισερά,Φυσερέτες,Φυσερέτ’,Έλληνες,Πόντου,καυκάσου,Ρωμαίοι,Ρωμαίικα,πλάτανα,Ερμώνασσα,Akçaabat,ΜπογάζΚαγιά,καραπτάλ,Ζιαρέτ,Καλάνεμα,χάσκα,ΜπογάΤεπέ,Καλετζούκ,Τόνια,Θοανία,Tonya,Αχαντά,Πλάτανα,Ασόρ,Καλλιερά,Καλλιγερά,Καλογεννά,Καρτσέα,Καρτζέα,Μυρσίνη,μερσίνη,Στρουκί,στρουκιά,Φιζ,Φραγκουλάντων,Καλάνημα,καλάνεμα,Μακρυαινή,Τσαβανά,Χαρακά,Χάψη,Χολομάνα,Μουλά,Μουτσουρά,Χάτζκεϊ,Χόρωβη,Χόροβα,Χτημένο,Χτήμαινα,Χάτζκα,Χάσκα,Σταυρός,Γουρζουλάς,Παπάρζα,Κεσιδαίοι,Μούζενα,Κουτουλά,Τσομιάκ’ς,Πουγαρίδης,Πάντζο,Παρμακσίζ,πουγαρούνΑλή,Πουγαριδαίοι,στέβος,τεβόρ’,ξεραντέρ,χωνός,Σοχούμι,παρχάρια,κιντέας,κιντέατα,Μεζιρέδες,ΚιαούρΟπαση,Αναπαυτέρ’,Σαμάλερα,ΚρύοΝερό,Λιμναία,Διπόταμος,ΜεγάλοΠαρχάρ’,Ξιμπιλάγκια,σμιλάγκια,Θομάντες,θομάρ’,Σέρα,Πυρρίχειος,Τικ,Τρυγώνα,ΑργόνΟμάλ’,ΓοργόνΟμάλ’,μητερίτσα,Μάισσες,Τζεζούδες,Διαβόλ’,Περήδες,χορτλάχ’,Hortlak,ποντιόφωνοι,Σελιανίτικα,Πολυπλάτανο,Φλώρινας,Κολχική, Καρς,Πλησέβιτσα,ΠλέσεβαΗ εγκατάσταση στην Ελλάδα :
Από τις 61 οικογένειες που έφυγαν από το χωριό, οι 51 ήρθαν στην Ελλάδα και οι 11 παρέμειναν στη Ρωσία. Στον ελλαδικό χώρο οι πρόσφυγες Φυσερέτ’ εγκαταστάθηκαν σε διάφορα μέρη. Αναλυτικά η εγκατάστασή τους έχει ως εξής:
Φυσερά,Φισερά,Φυσερέτες,Φυσερέτ’,Έλληνες,Πόντου,καυκάσου,Ρωμαίοι,Ρωμαίικα,πλάτανα,Ερμώνασσα,Akçaabat,ΜπογάζΚαγιά,καραπτάλ,Ζιαρέτ,Καλάνεμα,χάσκα,ΜπογάΤεπέ,Καλετζούκ,Τόνια,Θοανία,Tonya,Αχαντά,Πλάτανα,Ασόρ,Καλλιερά,Καλλιγερά,Καλογεννά,Καρτσέα,Καρτζέα,Μυρσίνη,μερσίνη,Στρουκί,στρουκιά,Φιζ,Φραγκουλάντων,Καλάνημα,καλάνεμα,Μακρυαινή,Τσαβανά,Χαρακά,Χάψη,Χολομάνα,Μουλά,Μουτσουρά,Χάτζκεϊ,Χόρωβη,Χόροβα,Χτημένο,Χτήμαινα,Χάτζκα,Χάσκα,Σταυρός,Γουρζουλάς,Παπάρζα,Κεσιδαίοι,Μούζενα,Κουτουλά,Τσομιάκ’ς,Πουγαρίδης,Πάντζο,Παρμακσίζ,πουγαρούνΑλή,Πουγαριδαίοι,στέβος,τεβόρ’,ξεραντέρ,χωνός,Σοχούμι,παρχάρια,κιντέας,κιντέατα,Μεζιρέδες,ΚιαούρΟπαση,Αναπαυτέρ’,Σαμάλερα,ΚρύοΝερό,Λιμναία,Διπόταμος,ΜεγάλοΠαρχάρ’,Ξιμπιλάγκια,σμιλάγκια,Θομάντες,θομάρ’,Σέρα,Πυρρίχειος,Τικ,Τρυγώνα,ΑργόνΟμάλ’,ΓοργόνΟμάλ’,μητερίτσα,Μάισσες,Τζεζούδες,Διαβόλ’,Περήδες,χορτλάχ’,Hortlak,ποντιόφωνοι,Σελιανίτικα,Πολυπλάτανο,Φλώρινας,Κολχική, Καρς,Πλησέβιτσα,Πλέσεβα

Φυσερά,Φισερά,Φυσερέτες,Φυσερέτ’,Έλληνες,Πόντου,καυκάσου,Ρωμαίοι,Ρωμαίικα,πλάτανα,Ερμώνασσα,Akçaabat,ΜπογάζΚαγιά,καραπτάλ,Ζιαρέτ,Καλάνεμα,χάσκα,ΜπογάΤεπέ,Καλετζούκ,Τόνια,Θοανία,Tonya,Αχαντά,Πλάτανα,Ασόρ,Καλλιερά,Καλλιγερά,Καλογεννά,Καρτσέα,Καρτζέα,Μυρσίνη,μερσίνη,Στρουκί,στρουκιά,Φιζ,Φραγκουλάντων,Καλάνημα,καλάνεμα,Μακρυαινή,Τσαβανά,Χαρακά,Χάψη,Χολομάνα,Μουλά,Μουτσουρά,Χάτζκεϊ,Χόρωβη,Χόροβα,Χτημένο,Χτήμαινα,Χάτζκα,Χάσκα,Σταυρός,Γουρζουλάς,Παπάρζα,Κεσιδαίοι,Μούζενα,Κουτουλά,Τσομιάκ’ς,Πουγαρίδης,Πάντζο,Παρμακσίζ,πουγαρούνΑλή,Πουγαριδαίοι,στέβος,τεβόρ’,ξεραντέρ,χωνός,Σοχούμι,παρχάρια,κιντέας,κιντέατα,Μεζιρέδες,ΚιαούρΟπαση,Αναπαυτέρ’,Σαμάλερα,ΚρύοΝερό,Λιμναία,Διπόταμος,ΜεγάλοΠαρχάρ’,Ξιμπιλάγκια,σμιλάγκια,Θομάντες,θομάρ’,Σέρα,Πυρρίχειος,Τικ,Τρυγώνα,ΑργόνΟμάλ’,ΓοργόνΟμάλ’,μητερίτσα,Μάισσες,Τζεζούδες,Διαβόλ’,Περήδες,χορτλάχ’,Hortlak,ποντιόφωνοι,Σελιανίτικα,Πολυπλάτανο,Φλώρινας,Κολχική, Καρς,Πλησέβιτσα,ΠλέσεβαΟικογένειες 
Στον παρακάτω πίνακα δίνονται στοιχεία που αφορούν στην εγκατάσταση των κατοίκων της Φυσεράς στην Ελλάδα και τη Ρωσία. Ο αριθμός και τα ονόματα των αρχηγών των οικογενειών, δε συμπίπτουν με τον αριθμό όσων έφυγαν από τη Φυσερά, καθώς περιλαμβάνει και οικογένειες που δημιουργήθηκαν μετά την έξοδο των κατοίκων από τη Φυσερά.

Πηγές
Δόθηκαν συνεντεύξεις από τους:
Μικρόπουλο Παναγιώτη, κάτοικο Ζαγκλιβερίου Θεσσαλονίκης, γεννηθείς το 1906 στο χωριό Μακρυαινή της περιφέρειας Πλατάνων. Σιδηρόπουλο Μιχαήλ, κάτοικο Αγίου Βαρθολομαίου, γεννηθείς το 1909 στο χωριό Φυσερά της περιφέρειας Πλατάνων

Χειρόγραφα :Νικολαΐδης Ανανίας, Η Φυσερά του Πόντου, χφο. Κ.Μ.Σ. αριθ. 272, Πτολεμαΐδα 1964

Φυσερά,Φισερά,Φυσερέτες,Φυσερέτ’,Έλληνες,Πόντου,καυκάσου,Ρωμαίοι,Ρωμαίικα,πλάτανα,Ερμώνασσα,Akçaabat,ΜπογάζΚαγιά,καραπτάλ,Ζιαρέτ,Καλάνεμα,χάσκα,ΜπογάΤεπέ,Καλετζούκ,Τόνια,Θοανία,Tonya,Αχαντά,Πλάτανα,Ασόρ,Καλλιερά,Καλλιγερά,Καλογεννά,Καρτσέα,Καρτζέα,Μυρσίνη,μερσίνη,Στρουκί,στρουκιά,Φιζ,Φραγκουλάντων,Καλάνημα,καλάνεμα,Μακρυαινή,Τσαβανά,Χαρακά,Χάψη,Χολομάνα,Μουλά,Μουτσουρά,Χάτζκεϊ,Χόρωβη,Χόροβα,Χτημένο,Χτήμαινα,Χάτζκα,Χάσκα,Σταυρός,Γουρζουλάς,Παπάρζα,Κεσιδαίοι,Μούζενα,Κουτουλά,Τσομιάκ’ς,Πουγαρίδης,Πάντζο,Παρμακσίζ,πουγαρούνΑλή,Πουγαριδαίοι,στέβος,τεβόρ’,ξεραντέρ,χωνός,Σοχούμι,παρχάρια,κιντέας,κιντέατα,Μεζιρέδες,ΚιαούρΟπαση,Αναπαυτέρ’,Σαμάλερα,ΚρύοΝερό,Λιμναία,Διπόταμος,ΜεγάλοΠαρχάρ’,Ξιμπιλάγκια,σμιλάγκια,Θομάντες,θομάρ’,Σέρα,Πυρρίχειος,Τικ,Τρυγώνα,ΑργόνΟμάλ’,ΓοργόνΟμάλ’,μητερίτσα,Μάισσες,Τζεζούδες,Διαβόλ’,Περήδες,χορτλάχ’,Hortlak,ποντιόφωνοι,Σελιανίτικα,Πολυπλάτανο,Φλώρινας,Κολχική, Καρς,Πλησέβιτσα,ΠλέσεβαΒιβλιογραφία : Δημητριάδη Μενελάου, Λεξικόν Ελληνο-τουρκικον τουρκο-ελληνικόν, εκδ. Κακουλιδη, Αθήνα 1989
Κοντογιάννης Παντελής, Γεωγραφία της Μικράς Ασίας, εκδ. Συλλόγου προς Διάδοσιν Ωφέλιμων Βιβλίων, Αθήνα 1921, ανατύπωση 1995. Νικολαΐδης Ανανίας, Εορτασμοί και πανηγύρια στον Πόντο, περ. Ποντιακή Εστία, τ. 1977, σσ. 384-386. Παπαδόπουλος Άνθιμος, Ιστορικόν Λεξικόν της Ποντικής Διαλέκτου, εκδ. Ε.Π.Μ., Αθήναι 1961
Σαμουηλίδης Χρήστος, Ιστορία του ποντιακού Ελληνισμού, εκδ. Αφοι Κυριακίδη, Θεσ/νίκη 1991
Χρυσάνθος, Μητροπολίτης Τραπεζούντος, Η Εκκλησία Τραπεζούντος, περ. Αρχείον Πόντου, τ. 4ος & 5ος, εκδ. Ε.Π.Μ., Αθήνα 1933

Φυσερά,Φισερά,Φυσερέτες,Φυσερέτ’,Έλληνες,Πόντου,καυκάσου,Ρωμαίοι,Ρωμαίικα,πλάτανα,Ερμώνασσα,Akçaabat,ΜπογάζΚαγιά,καραπτάλ,Ζιαρέτ,Καλάνεμα,χάσκα,ΜπογάΤεπέ,Καλετζούκ,Τόνια,Θοανία,Tonya,Αχαντά,Πλάτανα,Ασόρ,Καλλιερά,Καλλιγερά,Καλογεννά,Καρτσέα,Καρτζέα,Μυρσίνη,μερσίνη,Στρουκί,στρουκιά,Φιζ,Φραγκουλάντων,Καλάνημα,καλάνεμα,Μακρυαινή,Τσαβανά,Χαρακά,Χάψη,Χολομάνα,Μουλά,Μουτσουρά,Χάτζκεϊ,Χόρωβη,Χόροβα,Χτημένο,Χτήμαινα,Χάτζκα,Χάσκα,Σταυρός,Γουρζουλάς,Παπάρζα,Κεσιδαίοι,Μούζενα,Κουτουλά,Τσομιάκ’ς,Πουγαρίδης,Πάντζο,Παρμακσίζ,πουγαρούνΑλή,Πουγαριδαίοι,στέβος,τεβόρ’,ξεραντέρ,χωνός,Σοχούμι,παρχάρια,κιντέας,κιντέατα,Μεζιρέδες,ΚιαούρΟπαση,Αναπαυτέρ’,Σαμάλερα,ΚρύοΝερό,Λιμναία,Διπόταμος,ΜεγάλοΠαρχάρ’,Ξιμπιλάγκια,σμιλάγκια,Θομάντες,θομάρ’,Σέρα,Πυρρίχειος,Τικ,Τρυγώνα,ΑργόνΟμάλ’,ΓοργόνΟμάλ’,μητερίτσα,Μάισσες,Τζεζούδες,Διαβόλ’,Περήδες,χορτλάχ’,Hortlak,ποντιόφωνοι,Σελιανίτικα,Πολυπλάτανο,Φλώρινας,Κολχική, Καρς,Πλησέβιτσα,ΠλέσεβαΤο παραπάνω πόνημα με τον Τίτλο ΧΩΡΙΟ ΦΥΣΕΡΑ, ΒΙΛΑΕΤΙ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑΣ – ΣΑΝΤΖΑΚΙ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑΣ – ΚΑΖΑΣ ΠΛΑΤΑΝΩΝ συγγραφικά ανήκει στον εκπαιδευτικό κ. Γιάννη Κασκαμανίδη εκ Φλώρινας, ο οποίος ευγενικά μου το παραχώρησε προς δημοσίευση στο kotsari.com. Τον ευχαριστώ θερμά για την αμεσότητα στην επικοινωνία μας αλλά και για την αποστολή πολλών προσωπικών του άρθρων και εργασιών, για διάφορα χωριά του Πόντου και του Καρς.

Print