Συντεκνία, Σύντεκνος, Συντέκ’σσα – συντέκνισσα. Ποντιακή διαλεκτολογία, Γλωσσικά ιδιώματα

Written by Πολατίδης Βασίλειος. Posted in Γλώσσα

συντεκνία,σύντεκνος,συντέκ’σσα,συντέκνισσα,ποντιακή,διαλεκτολογία,γλωσσικά,ιδιώματα,αδελφοσύνη,εσβήεν,τουρκόπουλλον,χατήρι,καπίτζ,ματσουκάτσα,ματσουκάτισσα Συντεκνία, ουσιαστικό εκ του σύντεκνος = η σχέση του αναδόχου προς τους γονείς του αναδεκτού = κουμπάρος/κουμπάρα/κουμπαριά. Παροιμία : Αδελφοσύνα̤ εσ’κώθεν κι η συντεκνία εκάτσεν (σημαίνει ότι πολλές φορές οι κουμπάροι είναι καλύτεροι από τους αδελφούς). Εσβήεν το κερίν, εσβήεν κι η συντεκνία = ότι, ο θάνατος του αναδεκτού συνεπάγεται τη διάλυση της πνευματικής συγγένειας (εσβήεν = έσβησε). Άσμα : Καλώς έρθες τουρκόπουλλον καλώς κι απόθεν έρθες, κι αν έρθες για την συντεκνά̤ν, εσέν’ σύντεκνον ‘φτάγω, κι αν έρθες για τον πόλεμον, έβγα ας πολεμούμε.

Σύντεκνος, συντέκ’σσα – συντέκνισσα. Παράδειγμα : Σύντεκνε ΄ς εμέτερα, σύντεκνε σ’ εσέτερα (λέγεται επί συνεχών αμοιβαίων επισκέψεων). Για τη σύντεκνου το χατήρι τιμούν και το γ͜αϊδούρι (λέγεται για κάποιον ανάξιο τιμής που τιμάται χάρι σε κάποιον άλλο). Ας πάγω ΄ς ση σύντεκνου μ’ τη χαμαιλέτε να παίρ’ με ολίγον καπίτζ’ (ας πάω στου κουμπάρου μου το μύλο για να μου πάρω λίγα αλεστικά – λέγεται ειρωνικά για τη διάψευση προσδοκίας ή ωφέλειας αλλά και για τη δημιουργία περισσότερης δαπάνης στις συναλλαγές κυρίως μεταξύ συγγενών και φίλων. Μ’ έρχουσ’νε σύντεκνε κι ας τ’ έρθες καλώς όρισες = λέγεται για την περίπτωση φιλοτιμίας απ’ την οποία αναγκάζεσαι να υποδεχτείς απρόσκλητο επισκέπτη.

"Συντέκ’σσα ματσουκάτ’σσα τα ψ̆όπα σ’ εχ̆ονάτσαν,
έπαρ’ ατα κι άμε δέβα πλάν, τ’ ομμάτα̤ μ’ ετσινάκ’σαν"

Print